Το περιοδικό «Κυκλάδες» και η συνεργασία τής Mπούμη με άλλα περιοδικά

Ρίτα Μπούμη, δε σε ξεχνάμε!

Συντάκτης: Κοινή Γνώμη
Έντυπη Έκδοση

Το ανήσυχο και δημιουργικό πνεύμα της Ρίτας δε θα την κρατήσει, όσο είναι στη Σύρα, μόνο στα περιορισμένα πλαίσια της ενασχόλησής της με τα νήπια. Έχει άλλα όνειρα κι άλλες ευρύτερες επιδιώξεις. Γι αυτό δε θα αργήσει να ενδιαφέρεται και να μετέχει έμπρακτα στην πνευματική ζωή του νησιού της. Τον Ιούνιο του 1930 παρέα με την αγαπημένη παιδική της φίλη Κατίνα Μπάιλα, συνεπικουρούμενες από τον Βίκτωρα Παπαδάκη, συμμαθητή τους, θα συνιδρύσουν το πρωτοποριακό μηνιαίο λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό περιοδικό «Κυκλάδες». Για τρία περίπου χρόνια – ως τον Ιούλιο του ’32 - θα κυκλοφορήσει με αναγνωρισμένη επιτυχία. Το περιοδικό θα φιλοξενήσει μέσα από τις σελίδες του, ο κύριος κορμός των οποίων είναι λογοτεχνικός, θέματα λαογραφικά, ιστορικά, αισθητικά, κριτική βιβλίου και ευρύτερα πολιτιστικά. Θα παρουσιάσει όχι μόνο την ποιητική και λογοτεχνική δημιουργία των ντόπιων εμπνευστών του, αλλά με εργασίες πρωτότυπες, με μεταφράσεις, διηγήματα, μελετήματα, πεζοτράγουδα, βιβλιοκρισίες, σημειώματα κ.ά. θα συγκεντρώσει στις σελίδες του μεγάλα ονόματα συνεργατών από όλη την Ελλάδα. Ανάμεσα σε άλλα αναφέρουμε τους Τέλλο Άγρα, Καββαδία, Μελισσάνθη, Μυρτιώτισσα, Στέλιο Σπεράντσα, Ν. Παπά, Γ. Κοτζιούλα, Μιχ. Στασινόπουλο, Αθηνά Ταρσούλη, Γ. Κορδάτο, Αντώνιο Σιγάλα, Ανδρέα Δρακάκη, Γ. Σκαρίμπα, ΄Α .Τερζάκη, Ν. Τωμαδάκη κ.α.

Έτσι το περιοδικό «Κυκλάδες» πρόβαλε στη Συριανή και Κυκλαδική κοινωνία πολλούς από τους νέους ανθρώπων των γραμμάτων που εκπροσώπησαν τη λογοτεχνική γενιά του Μεσοπολέμου, συνδέοντας την πνευματική Σύρα με την πανελλήνια πνευματική ζωή και κίνηση. Η διακοπή έκδοσής του – προφανώς για οικονομικούς λόγους – στέρησε τόσο τη Σύρα όσο και την Ελλάδα από μία καλλιτεχνική πηγή που είχε αρχίσει ήδη να αρδεύει πλουσιοπάροχα τα Ελληνικά Γράμματα.

Παράλληλα , η ακούραστη Ρίτα θα συνεργαστεί με τοπικές εφημερίδες της Σύρας καλλιεργώντας το «χρονογράφημα» - αυτό το ιδιότυπο λογοτεχνικό είδος που αντλεί τα θέματά του από την κοινωνική και πολιτική επικαιρότητα - ιδιαίτερα από τις σελίδες της εφημερίδας «Τηλέγραφος». Δε θα αρκεστεί, όμως, σ’ αυτό. Θα εγκαινιάσει τη συνεργασία της και με άλλα περιοδικά της εποχής,(με ορισμένα από το 1928) λογοτεχνικού περιεχομένου: στα «Αλεξανδρινή Τέχνη, «Ιόνιος Ανθολογία», όπου διετέλεσε διευθύντρια σύνταξης, «Λόγος», «Πνοή», «Ελεύθερα Γράμματα», «Αιώνας», «Νέοι Ρυθμοί». Σ’ αυτά θα κυκλοφορήσει ποικίλες εργασίες της.

«Ο Μικρός αλήτης» και ο «Άγιος Αιμιλιανός»

Όμως, η εμφάνισή της από τις σελίδες του μακροβιότατου περιοδικού «Νέα Εστία», το 1930, με το ποίημα «Μικρέ μου αλήτη», θα την κάνει ευρύτερα γνωστή ανά το πανελλήνιο. Αυτό το οφείλει εν μέρει και στο εισαγωγικό σημείωμα του Διευθυντή του περιοδικού, Γρηγόριου Ξενόπουλου, ο οποίος το προλόγισε με τα εξής: «Η δεσποινίδα Ρίτα Μπούμη από τη Σύρο, συχνά δημοσιεύει έργα της σε περιοδικά. Και στη «Νέα Εστία» έχει φανεί μια δυο φορές το όνομά της. Μεταφράζει κυρίως από την Ιταλική λογοτεχνία, που την κατέχει και την υπεραγαπά…, αλλά γράφει και πρωτότυπα…. Την διακρίνουν η γλωσσική της πειθαρχία, η στιχουργική της δεξιοτεχνία και το βαθύ της γνήσιο αίσθημα. Ο «Αλήτης», που δημοσιεύουμε σήμερα, είναι από τα καλύτερά της…» .

Κι εμείς δεν αντέχουμε στον πειρασμό να μεταφέρουμε στους αναγνώστες τής «Κοινής Γνώμης» κάποιους στίχους του συγκεκριμένου ποιήματος, ογδόντα τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη έκδοσή του. Ποιος δε θα αναγνωρίσει στις γραμμές του σκηνές που κάποιοι είδαν ή έζησαν παλιότερα, αλλά και πολλοί από μας τόσο πρόσφατα ακόμα!

« Μικρέ μου αλήτη, είσ’ ήρωας, μα συ δεν το γνωρίζεις

στην πάλη αυτή, που λέγεται Ζωή, γενναίος παλεύεις,

δε νοιάζεσαι για τ’ αύριο, μελλούμενα δε χτίζεις,

ζητάς να βγάλης το ψωμί κι αν δεν μπορείς το κλέβεις.

Είσαι γυμνός και του βοριά τα δόντια είναι μαχαίρια,

που μπήγονται έτσι αλύπητα στο εφηβικό σου σώμα,

κι η ανάσα σου είν’ ανίκανη τα μελανά σου χέρια

να σου ζεστάνει κι ούτε αυτός ο κόρφος σου ακόμα.

[……………]

Είσαι πουλί δίχως φωλιά, παιδί ‘σαι δίχως σπίτι,

κι ενώ περνάς το δρόμο αυτό με βιάση αργά το βράδυ,

στρέφεις κρυφά το βλέμμα σου, μικρέ φτωχέ μου αλήτη,

με ζήλεια στα παράθυρα, που φέγγουν στο σκοτάδι.

[……]

Γιορτή το ξέρω είναι για σε τ’ ωραίο το καλοκαίρι,

που σπλαχνικά σε δέχεται κι όλο σου λέει : ξαπλώσου,

που ‘χει ένα δέντρο για δροσιά για σε το μεσημέρι,

κι ένα φεγγάρι σύντροφο, τη νύχτα, όλο δικό σου !

Γυρνάς και λες Χριστούγεννα, άγιο Βασίλη, Φώτα,

μα, μες στ’ αφτιά σου αδιάφορα χτυπάνε όλα τα λόγια,

μικρέ μου αλήτη, αχ, ο βοριάς σου πάγωσε τα χνώτα,

Διαφήμιση

κι αυτά τα κάλαντα , που λες, ηχούν σαν μοιρολόγια !».

Το ποίημα αυτό, - θα γράψει τον Οκτώβρη του 1984 ο Ε. Ν. Μόσχος - για χρόνια άξιος διευθυντής της «Νέας Εστίας» - «που το απαρτίζουν δέκα δεκαπεντασύλλαβα τετράστιχα, με ζευγαρωτό ομοιοκατάληκτο στίχο, πονεμένο, τρυφερό, πολύ ανθρώπινο, αλλά και άψογο στη μορφή του καθώς είναι, συνέβαλε πολύ στην καθιέρωση της Ρίτας Μπούμη ως ποιήτριας, με έντονη προσωπικότητα και δυνατό ταλέντο, που προοιωνίζονταν τη λαμπρή εξέλιξή της στο ποιητικό στερέωμα του τόπου μας».

Της ίδιας χρονιάς, 1930, είναι και το ακόλουθο ποίημα «Στο Συριανό ερημοκλήσι Άγιος Αιμιλιανός». Πρόκειται για το εκκλησάκι εκείνο που βρίσκεται σ’ ένα λοφίσκο στο Άνω Μάνα, αριστερά του δρόμου στον εσωτερικό της Βάρης, λίγο πριν από τους Αγίους Αναργύρους. Το εμπνεύστηκε όταν παραθέριζε στο απέναντι από το γραφικό ξωκλήσι εξοχικό σπίτι τής επιστήθιας φίλης της και συνεκδότριας τού λογοτεχνικού περιοδικού «Κυκλάδες» (1930-32), πρόωρα χαμένης, Κατίνας Μπάιλα.

Στο Συριανό το ερημοκλήσι

που μόνο στέκει στο βουνό

έχει ένας άγγελος κυλήσει

στη στέγη του απ’ τον ουρανό.

Κάτασπρο, αγνό σαν άγριο κρίνο

στην γκρίζα ράχη του βουνού

με την ψυχή πώς το συγκρίνω

του απλού χωριάτη χριστιανού.

Καθώς βουβό στην ερημιά του

με την πορτούλα του κλειστή

πότε την όψη έχει θανάτου

πότε είν’ ελπίδα γελαστή.

Ως το ‘βλεπα το μεσημέρι

σήμερα αντίκρυ, μοναχή

έν’ άσπρο επέτα περιστέρι

τριγύρω του, σαν την ψυχή

της μάνας μου που αναζητούσε

σκιερό τόπο να σταθεί

για την ειρήνη, όπως σαν ζούσε,

του κόσμου να προσευχηθεί.

Το ποίημα αυτό, ανέκδοτο ως τα 1980, η ποιήτρια είχε την καλοσύνη να το παραχωρήσει στην εφημερίδα «Θάρρος», όπου και πρωτοδημοσιεύτηκε. (Θάρρος, 1265 / 28 Μαϊου 1980).

του Μιχάλη Ι. Φραγκιά

φιλολόγου

(συνεχίζεται)

Εμφάνιση στη λίστα «Διαβάστε σήμερα»