Δημήτρης Αντ. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας

Επικεφαλής Δικαιοσύνης

Ακούω και διαβάζω συχνά επαίνους για την αδέκαστη Δικαιοσύνη μας, αλλά και παράπονα για το ότι υπακούει στην εκάστοτε κυβέρνηση, ενώ άλλοτε επισπεύδει και άλλοτε καθυστερεί απαράδεκτα την απονομή δικαιοσύνης. Πώς λοιπόν θα έπρεπε να είναι η δικαιοσύνη; Κάποιες σκέψεις παρακάτω.

Καθένας συμπεριφέρεται όπως του υποδεικνύει η συνείδησή του και όπως του επιβάλλει το καθήκον του. Όχι σπάνια αυτές οι δυο υποδείξεις συγκρούονται. Τότε, κατά κανόνα, με εξαιρέσεις, επικρατεί το καθήκον. Αν διοριστώ κατά κάποιον τρόπο σε τμήμα δίωξης των φασιστών, θα τους διώκω, έστω και αν εγώ είμαι φασίστας. Αν δεν το κάνω, και θα τιμωρηθώ και κάποιος άλλος θα διοριστεί στη θέση μου, έτσι που η αντίδρασή μου είναι χωρίς αποτέλεσμα. Απλώς εμένα θα με απειλούν και οι φασίστες, επειδή τους διώκω και η πολιτεία με το τμήμα της, επειδή είμαι φασίστας. Θέλω να πω πως καθένας ενεργεί όπως του επιτάσσει το σύστημα που προσωποποιείται στον επικεφαλής του.

Ο τρόπος επιλογή των Ανώτατων Δικαστών εξαρτάται από το πώς επιλέγονται και με ποιες δικαιοδοσίες οι υπηρέτες των λοιπών εξουσιών. Οι επικεφαλής οποιασδήποτε δημοκρατικής ομάδας είναι μόνο συντονιστές και τίποτε άλλο. Είναι ακριβώς όπως ένας μαέστρος δεν παίζει κανένα όργανο, αλλά συντονίζει εκείνους που παίζουν έγχορδα, πνευστά και κρουστά. Μια σύγχρονη δημοκρατική πολιτεία έχει τρεις ανεξάρτητες μεταξύ τους εξουσίες (εκτελεστική-κυβέρνηση, νομοθετική-βουλή και δικαστική). Έχει επιπλέον ένα συντονιστή, τον Ανώτατο Άρχοντα-Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Η κυβέρνηση μπορεί να αποτελείται από τα μέλη ενός κόμματος που έχει πλειοψηφήσει σε παμπολιτειακές (δημοψηφισματικά) εκλογές. Πρωθυπουργός θα γίνει βέβαια ο επικεφαλής του κόμματος. Οι κομματικοί υποψήφιοι πρέπει να έχουν τεκμηριωμένα επαρκείς γνώσεις και πείρα.

Η βουλή, εκφράζει τη βούληση του λαού. Ο πιο αξιόπιστος τρόπος για να εκφραστεί η βούληση του λαού είναι η βούληση ενός τυχαίου δείγματος που έχει κληρωθεί από το σύνολο. Οι βουλευτές έτσι γνωρίζουν όσο κανένας άλλος τι θέλει ο λαός, ενώ δεν χρειάζεται να έχουν ειδικές γνώσεις. Το ποσοστό ακόμη και αγράμματων, όπως και με ανώτατη μόρφωση βουλευτών είναι περίπου ίδιο με εκείνο των πολιτών. Υποψήφιοι είναι όλοι οι πολίτες.

Για τη δικαιοσύνη θα γράψω παρακάτω

Διαφήμιση

Ο κύριος ρόλος του Προέδρου της Δημοκρατίας είναι να συντονίζει τις εξουσίες. Επομένως δεν μπορεί να εκλέγεται ούτε από την κυβέρνηση ούτε από τη βουλή, αλλά απευθείας από το λαό. Πρέπει να είναι το μόνο πρόσωπο που εκλέγεται με άμεση ψηφοφορία. Ως συντονιστής των πάντων, έχει μεγάλη εξουσία. Στην αρχαία Αθήνα τις ανώτατες ευθύνες τις είχε ο Επιστάτης των Πρυτάνεων. Αυτός είχε τα κλειδιά των ιερών, όπου βρίσκονταν τα χρήματα της πόλης, τα αρχεία ("γράμματα") και η δημόσια σφραγίδα της πόλης (Αριστοτέλης). Αυτός εκλεγόταν και η διάρκεια της θητείας του ήταν μία μέρα μόνον. Έτσι οι πιθανότητες να διαφθαρεί πλησίαζαν τις μηδενικές. Είναι γνωστό ότι η εξουσία έχει την τάση να διαφθείρει και η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα (Λόρδος Άκτον, John Dalberg-Acton). Στην πολύ πιο πολύπλοκη σύγχρονη πολιτεία, μια μέρα είναι ανεπαρκής, αλλά πιθανόν θητεία ενός έτους είναι κατάλληλη για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, με δικαίωμα επανεκλογής, αν ξαναψηφισθεί. Αν όχι, ίσως πρέπει να στερηθεί τα πολιτικά δικαιώματά του για προδιαγεγραμμένο διάστημα.

Η δικαιοσύνη είναι τριών ειδών, ποινική, αστική και διοικητική. Για την αστική και διοικητική ο δικαστής συγκρίνει κάποιες πράξεις με τους αντίστοιχους νόμους, που, επομένως πρέπει τεκμηριωμένα να τους γνωρίζει. Για την ποινική συγκρίνει μια πράξη με κάποιο άτομο (κατηγορούμενο) και το μόνο που χρειάζεται είναι εντιμότητα και κοινός νους, που είναι εξίσου κατανεμημένα σε όλους τους πολίτες. Γνώση νόμων δεν χρειάζεται. Άρα ο ποινικός δικαστής πρέπει να κληρώνεται μεταξύ των πολιτών. Η κρίση από ενόρκους σημαίνει, μεταξύ άλλων, πως ο κατηγορούμενος πείθεται πως δεν τον καταδικάζει μια οργανωμένη εξουσιαστική, ενδεχομένως προκατειλημμένη ομάδα, αλλά η ανώνυμη κοινωνία

Δεν υπάρχει ανθρώπινη απόφαση χωρίς πιθανότητα σφάλματος. Επομένως πρέπει να υπάρχει και δευτεροβάθμια δικαιοσύνη (εφετείο) και τριτοβάθμια (Ανώτατα δικαστήρια). Το εφετείο δεν μπορεί να αναιρέσει απόφαση που έχει πάρει ο λαός διαμέσου των αντιπροσώπων του (ενόρκων). Κρίνει επομένως αν υπήρξε κακοδικία στο πρωτοδικείο ή αν μετά την απόφαση προέκυψαν σημαντικά δεδομένα που δεν υπήρχαν πρωτοβάθμια, οπότε θα επανακριθεί η υπόθεση από άλλη ομάδα ενόρκων.

Οι εφέτες μπορούν κατά τεκμήριο να είναι υποψήφιοι για τριτοβάθμιοι δικαστές. Η επιλογή τους δεν μπορεί να γίνει ούτε από τη βουλή ούτε από την κυβέρνηση, διότι έτσι θα επηρεαζόταν η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης. Κατάλληλη για να τους κρίνει είναι μια επιτροπή από ίσο αριθμό μελών των τριών Ανώτατων δικαστηρίων. Όπως οι Ανώτατοι δικαστές, έτσι και ο Πρόεδρoς καθενός Ανώτατου δικαστηρίου δεν πρέπει να εξαρτάται από άλλη εξουσία, αφού δεν αποκλείεται να χρειασθεί να κριθεί από αυτό το δικαστήριο κάποιο μέλος της κυβέρνησης ή της βουλής. Μια σκέψη είναι να κληρώνεται σε καθένα ο Πρόεδρος (Συντονιστής) του μεταξύ όλων των μελών του. Έτσι όμως η δικαιοσύνη αποκτά ανεξέλεγκτη ισχύ, καθώς θα είναι η μόνη από τις τρεις εξουσίες πάνω στην οποίαν δεν υπάρχει κανένας έλεγχος από κανέναν, ούτε από τους πολίτες. Μια λύση θα ήταν να κληρώνονται σε κάθε Ανώτατο Δικαστήριο ή να εκλέγονται τρεις υποψήφιοι Πρόεδροι, από τους οποίους να εκλέγει τον ένα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Αυτός είναι ανεξάρτητος από τις δύο άλλες εξουσίες (κυβέρνηση, βουλή) και εξαρτάται μόνο από το λαό που τον ψήφισε. Μην ξεχνάμε όμως ότι κι αυτός, ως άνθρωπος, μπορεί να παρανομήσει και θα τον κρίνει η Ανώτατη Δικαιοσύνη. Ο κίνδυνος μειώνεται σημαντικά με δύο τρόπους. Ένας είναι η θητεία των Προέδρων των Τριτοβάθμιων Δικαστηρίων να είναι όχι ισόβια, αλλά βραχεία, π.χ. ενός έτους. Ο άλλος είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να επιλέγει ως πρόεδρο των ανώτατων δικαστηρίων κάποιον που θα αρχίζει η θητεία του όταν λήγει η θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Υπάρχουν θέματα που μπορούν να άπτονται των ενδιαφερόντων δύο ή και των τριών Ανώτατων Δικαστηρίων. Και οι αποφάσεις τους να είναι αμοιβαία αντικρουόμενες. Δύσκολο θέμα. Σ΄ αυτή την περίπτωση η επέμβαση του Ανώτατου Συντονιστή (Προέδρου της Δημοκρατίας) μπορεί να είναι πολύ σημαντική, καθώς μπορεί, μόνος αυτός, να παραπέμψει την υπόθεση σε πανελλήνιο δημοψήφισμα, Ανώτατη Αρχή. Γράφω πανελλήνιο, διότι για άλλα ζητήματα, μπορεί να είναι απλούστερη η διαδικασία παραπομπής σε τοπικά (π.χ. επιπέδου δήμου) δημοψηφίσματα, όπως ορίζει νόμος.