Η ψυχή έχει μια είσοδο, μια έξοδο και ένα διάμεσο στοιχείο που ενώνει και προσαρμόζει μεταξύ τους τα άλλα δύο. Είσοδος είναι το γνωστικό στοιχείο (λογιστικό, Πλάτων). Έξοδος είναι το βουλητικό στοιχείο (επιθυμητικό, Πλάτων). Διάμεσο στοιχείο είναι το συναίσθημα (θυμοειδές, Πλάτων). Και τα τρία στοιχεία είναι άμεσα αντιληπτά μόνο από ένα νοητό ον· οι άλλοι απλώς τα εικάζουν από δεδομένα του αισθητού Εγώ που μπορούν να τα προσλάβουν με τις αισθήσεις τους. Το γνωστικό στοιχείο αποτελεί ένα δίκτυο σχέσεων μεταξύ των δεδομένων που εισάγονται στη νόηση διαμέσου των αισθήσεων, μαζί και με άλλα που είναι αποθηκευμένα στη μνήμη και που προέρχονται από τα δύο άλλα στοιχεία. Έτσι, διαμέσου των αισθήσεων εισάγεται μέσα μας ο αντικειμενικός κόσμος με ένα τρόπο συμβολικό, σαν καθρέπτης της πραγματικότητας, από τη διέγερση της αισθητικής μοίρας του εγκεφάλου μας. Εξάλλου, διαμέσου των μυών και αδένων μας γίνεται αντιληπτή η βούλησή μας. Το διάμεσο στοιχείο δεν γίνεται άμεσα αντιληπτό. Καθώς όμως συνδέεται στενά με το γνωστικό και το βουλητικό, εικάζεται από τους έξω ως συνοδό αισθημάτων και κινήσεων (ή εκκρίσεων). Αντίστοιχα, μπορούμε να μιλάμε για συναίσθημα ή συγκίνηση. Συνηθισμένα συναισθήματα είναι ο φόβος και η ελπίδα. Κάθε αντικείμενο με το οποίο ερχόμαστε σε επαφή και μας προκαλεί πόνο (αγκάθι, μαχαίρι, καυτό αντικείμενο κλπ), μαζί με το αίσθημα του πόνου προκαλεί και το συναίσθημα της δυσαρέσκειας, δηλαδή κινήσεις που τείνουν στην απομάκρυνση του επώδυνου αντικειμένου. Με τις πολλές επαναλήψεις απλώς η θέα του αντικειμένου μας προκαλεί το δυσάρεστο συναίσθημα χωρίς τον πόνο: Φόβος. Αντίστοιχα, ένα ευχάριστο ερέθισμα, με τις επαναλήψεις μας δημιουργεί το συναίσθημα της ελπίδας. Ευχάριστη (ή δυσάρεστη) αντίστοιχα προσδοκία της ηδονής (ή του πόνου) είναι η ελπίδα και ο φόβος. Η θλίψη, που μπορεί να εκδηλώνεται με κλάμα (έκκριση) είναι συγκίνηση.
Πεινώ. Πώς το ξέρει ο άλλος; Για μένα αυτό σημαίνει πως θέλω να φάω. Το θέλω να φάω είναι βούληση. Οι άλλοι παρατηρούν τις κινήσεις που αποβλέπουν στην αναζήτηση τροφής και τις εκκρίσεις μου (π.χ. μου πέφτουν τα σάλια) και καταλαβαίνουν ότι πεινώ. Το ίδιο ισχύει για το διψώ που σημαίνει θέλω να πιω. Κι ακόμη κνήθομαι (έχω φαγούρα) που σημαίνει θέλω να ξυστώ. Τα πεινώ, διψώ, κνήθομαι κλπ είναι είδος γνώσης που γίνεται αντιληπτή όμως χωρίς να διεγείρεται κανένα αισθητήριό μου. Προηγούνται πριν από μια κίνηση. Καθώς τα στοιχεία του θυμοειδούς γίνονται αντιληπτά μόνον από τα αισθήματα και τις εκδηλώσεις της βούλησης που τα συνοδεύουν, μπορούν να πάρουν ένα κοινό όνομα που γίνεται αντιληπτό και μπορεί να μελετηθεί από τους άλλους: Στάση. Η στάση τώρα, είτε συναίσθημα είναι είτε συγκίνηση, συνεπάγεται μια θετική ή αρνητική ανταπόκριση (ανάδραση). Θετική σημαίνει αντανακλαστικά που αυξάνουν την ένταση του αισθήματος, αρνητική, που την μειώνουν. Αγγίζω ένα πυρωμένο σίδερο και απομακρύνω το χέρι μου (ή το σίδερο). Κάνω έρωτα και επιτείνω την ηδονική επαφή.
Η στάση κατευθύνει την προσοχή μας. Η προσοχή μειώνει την ευαισθησία όλων των αισθήσεών μας εκτός από εκείνην στην οποίαν εστιάζεται. Έτσι, απερίσπαστοι από άλλα αισθήματα, χάρη στην προσοχή επικεντρωνόμαστε σε ένα σημείο του χρόνου και του χώρου, και μπορούμε έτσι να ανταποκριθούμε καλύτερα στις προκλήσεις του.
Τα τρία στοιχεία της ψυχής υπάρχουν σε όλα τα ανώτερα ζώα. Ιδιαίτερο ρόλο στην οικοδόμησή τους παίζουν τα εξαρτημένα αντανακλαστικά που απαντούν κυρίως στο θερμόαιμα σπονδυλωτά. Έτσι μαθαίνουν. Ο άνθρωπος μπορεί να σχηματίζει και δευτεροβάθμια εξαρτημένα αντανακλαστικά στη βάση προσχηματισμένων πρωτοβάθμιων και η μαθησιακή ικανότητά του αυξάνεται εκθετικά. Χάρη σ΄ αυτήν, η νόησή του είναι ποιοτικά υψηλότερου επιπέδου από των άλλων ζώων, καθώς έχει λογική από γνωστική πλευρά, και σκοπό από βουλητική. Οι φιλόσοφοι τόνιζαν συνήθως το λογικό μέρος, τη σκέψη (σκέφτομαι άρα υπάρχω, έλεγε ο Καρτέσιος). Ίσως ήταν ο Spinoza πρώτος που έδωσε έμφαση στη βούληση (βουλησιαρχία), ενώ ο Schopenhauer δήλωσε πως αποστολή της τέχνης (κοινωνικού συναισθήματος) είναι η λύτρωση της γνώσης από την υποδούλωση στη βούληση. Καθώς το συναίσθημα είναι το στοιχείο της νόησης που λιγότερο από τα άλλα επηρεάζεται από το περιβάλλον, είναι ίσως το πιο αυθεντικό στοιχείο της, που περισσότερο από τα άλλα εκπροσωπεί την προσωπικότητα, το χαρακτήρα μας. Έχω την εντύπωση πως η φιλοσοφία και η επιστήμη δεν έχουν δώσει τη δέουσα προσοχή στο συναίσθημα. Ίσως ακριβώς λόγω της απόκρυφης παρουσίας του δεν είναι εύκολο να μελετηθεί. Ή ίσως διότι δεν είναι ιδιαίτερα ανθρώπινη ιδιότητα, αφού και τα ζώα, τουλάχιστον τα θερμόαιμα, έχουν συναίσθημα και το δείχνουν με πολλούς τρόπους. Την ευχαρίστηση τη δείχνει ο σκύλος κουνώντας την ουρά του, η γάτα γουργουρίζοντας και τη δυσαρέσκειά τους τη δείχνουν με άλλους τρόπους.
Η εποχή μας είναι μοναδική. Υπάρχει σαφής απειλή για το σύνολο της ανθρωπότητας, όπως από πυρηνικό ολοκαύτωμα, από κλιματική αλλαγή, από πανδημίες. Ταυτόχρονα, υπάρχει πρωτοφανής δυνατότητα να επιλύονται τα προβλήματα με τον πιο λογικό τρόπο, χάρη σ΄ αυτό που ονομάζεται τεχνητή νοημοσύνη (απομίμηση νοημοσύνης). Μ΄ αυτήν επομένως θα μπορούσαν να βρεθούν λύσεις για τις υπάρχουσες απειλές. Όμως μια τέτοια λύση θα οδηγούσε σε ένα καθεστώς σαν αυτό που περιγράφει προφητικά ο Όργουελ (George Orwell), στο οποίο η ανθρωπότητα είναι υποδουλωμένη σε ένα ανώτερο λογικά αψεγάδιαστο καθεστώς. Η συμμετοχή του συναισθήματος στη διοίκηση του πλανήτη θα μπορούσε να βάλει ένα φραγμό στις αυθαιρεσίες του ολοκληρωτισμού μιας τεχνητής νοημοσύνης. Το συναίσθημα, μεταξύ γνώσης και βούλησης, είναι απρόβλεπτο. Εικόνα του είναι όχι ένα αντικαθρέφτισμα της πραγματικότητας, αλλά μια φαντασία. Και η φαντασία διέπεται από νόμους απρόβλεπτους για τους άλλους. Είναι απροσπέλαστη επομένως από την τεχνητή νοημοσύνη. Όπως η τεχνητή νοημοσύνη δεν μπορεί να προβλέψει αν στριφογυρίζοντας ένα νόμισμα θα βγει κορώνα ή γράμματα.
Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να γίνει παγκοίνως γνωστό το συναίσθημα που επικρατεί σε ένα λαό είναι με λήψη αποφάσεων είτε από το σύνολο είτε από ένα τυχαία κληρωμένο δείγμα του. Οι αποφάσεις από το σύνολο (δημοψήφισμα, εκκλησία του δήμου) έχουν το μειονέκτημα ότι δεν προσφέρονται για διαβουλεύσεις και μπορούν να δώσουν απάντηση μόνο στο δίλημμα ναι ή όχι. Το τυχαία κληρωμένο δείγμα (αρχαία βουλή) επιτρέπει διαβουλεύσεις. Ο Αριστοτέλης με κάποια ασάφεια, θεωρούσε καλύτερο ένα μεικτό σύστημα δημοκρατίας (κλήρωση των αρχόντων) και ολιγαρχίας (εκλογή των αρχόντων μεταξύ προεπιλεγμένων) που το ονόμαζε πολιτεία. Οι εκλεγμένοι μεταξύ επαϊόντων προτείνουν και υλοποιούν λύσεις που εγκρίνει η κληρωμένη βουλή (νόμους).