Δυσπιστούμε σε κάθε τι το διαφορετικό. Με το οικείο, έχομε προσαρμοστεί, έχομε βρει τον τρόπο να βολευτούμε, ακόμη και αν αυτό είναι καταφανώς βλαπτικό, ενώ το διαφορετικό είναι καταφανώς ορθότερο, πιο ωφέλιμο. Δυσπιστούμε ακόμα και αν είναι ίδιο με το δικό μας παρελθόν, όταν το καινούργιο ήταν κάποτε οικείο. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών ήλθαν εδώ πρόσφυγες το μεγάλο πλήθος των Ελλήνων από την Ανατολή. Ήλθαν για να αποφύγουν τον κίνδυνο να σφαγούν από τους Τούρκους που ασκούσαν γενοκτονία σε βάρος μας, έστω και αν σε σημαντικό βαθμό το φταίξιμο ήταν δικό μας. Δεν είχαμε αρκεστεί να ελευθερώσουμε τις περιοχές της Μικράς Ασίας που κατοικούνταν καθυπεροχήν από Έλληνες, αλλά προχωρήσαμε να κατακτήσουμε περιοχές όπου ζούσαν σχεδόν αποκλειστικά Τούρκοι. Και τους πρόσφυγες τους υποδεχτήκαμε σχεδόν εχθρικά. Βρήκαμε χίλιους δυο λόγους για να δικαιολογήσουμε γιατί δεν τους θέλαμε. Τις γυναίκες τις είπαμε "παστρικές", δηλαδή ελευθέριων ηθών, και όλους τους αποκαλούσαμε "Τουρκόσπορους" που ήλθαν να πάρουν τις δουλειές των δικών μας ανθρώπων λες και με τη θέληση τη δική τους είχαν έλθει.
Αλλά το θέμα μου σήμερα δεν είναι οι μετακινήσεις λαών με ό,τι συνεπάγονται, αλλά οι μείζονες αλλαγές στις οποίες εναντιωνόμαστε συχνά με αδικαιολόγητο φανατισμό. Πέρα από την ανταλλαγή πληθυσμών, αναφέρομαι σε δύο ακόμη από αυτές που θεωρώ ότι χρειαζόμαστε και τις οποίες σχεδόν όλοι απορρίπτουν.
Μια είναι το καθεστώς μας. Όλοι νιώθομε ότι ζέχνει. Το ένα σκάνδαλο μετά το άλλο. Η μια διπλωματική ήττα μετά την άλλη. Έχομε καταφέρει να δημιουργήσουμε εχθρούς και να απεμπολήσουμε δυνητικούς συμμάχους. Τους Λίβυους που ήταν διχασμένοι καταφέραμε να τους ενώσουμε εναντίον μας. Τους Ρώσους, που σε όλες τις μείζονες αντιπαραθέσεις υπήρξαμε στην ίδια πλευρά, τους κάναμε εχθρούς μας. Υποστηρίξαμε ενεργά τον υποψήφιο πρόεδρο των ΗΠΑ που δεν εκλέχτηκε. Δεν θα επεκταθώ. Φταίει ο πρωθυπουργός, λένε πάρα πολλοί. Όμως και οι αντιπολιτευόμενοι, που σωστά τον κατηγορούν, δεν προτείνουν μια σωστή λύση. Αν δεν φταίνε οι πολιτικοί μας όμως, μήπως φταίει το σύστημά μας και χρειάζεται ριζική αλλαγή; Το σύστημά μας, ονομαζόμενο "Προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία" ενώ δεν είναι δημοκρατία, αλλά ρεπούμπλικα, δηλαδή ένα είδος ολιγαρχίας, δεν διαθέτει καν την υποτυπώδη ευνομία που έχουν άλλες ρεπούμπλικες (καμιά στον κόσμο δεν έχει πλήρη ευνομία, δημοκρατία δεν υπάρχει πουθενά). Δηλαδή υπάρχει πλήρης αλληλεξάρτηση μεταξύ των ανεξάρτητων (υποτίθεται) εξουσιών που οδηγεί αδήριτα σε πελατειακές σχέσεις. Ο λαός εκλέγει τους εκπροσώπους του μεταξύ προεπιλεγμένων από τα κόμματα υποψηφίων. Η προκατειλημμένη έτσι βουλή εκλέγει την κυβέρνηση. Η κυβέρνηση (υπουργικό συμβούλιο) διορίζει τους επικεφαλής της δικαιοσύνης. Τα έχω αναπτύξει πάρα πολλές φορές (π.χ. Δικάζοντας τη Δικαιοσύνη, Πρωινός Λόγος, 27.03.2025. dimitrissideris.wordpress.com). Πολιτικοί και κόμματα επιδιώκουν να πάρουν για τον εαυτό τους την εξουσία και όχι να αλλάξουν το σύστημα, για να αποκλείεται η πελατειακή σχέση με τα σκάνδαλα και τις ήττες που τη συνοδεύουν. Και όλοι ξέρομε ότι ο μόνος τρόπος να αποκλεισθεί είναι να εφαρμοσθεί το σύστημα που ίσχυσε πριν από 2,5 χιλιάδες χρόνια στις περισσότερες πόλεις της πατρίδας μας και δημιούργησε τον πολιτισμό που είναι η βάση του πολιτισμού όλου του κόσμου ως σήμερα. Κι αυτό το σύστημα είναι η δημοκρατία. Την ειδοποιό διαφορά μεταξύ δημοκρατίας και ολιγαρχίας τη διατύπωσε με απόλυτη σαφήνεια ο πρύτανης των ορισμών, ο Αριστοτέλης: Στη δημοκρατία οι άρχοντες κληρώνονται, ενώ η εκλογή τους σημαίνει ολιγαρχία (Λέγω δ΄ οἷον δοκεῖ δημοκρατικὸν μὲν εἶναι τὸ κληρωτὰς εἶναι τὰς ἀρχὰς, τὸ δ΄ αἱρετὰς ὀλιγαρχικὸν). Ποιοτική διαφορά.
Η δημοκρατία είναι το δικό μας σύστημα, όπως δικοί μας ήταν οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Τη δημοκρατία την εξυμνούμε, διότι παρήγαγε τον σπουδαιότερο πολιτισμό που έχει ποτέ γεννηθεί, αλλά τη στρεβλώνομε. Με απάτη ονομάζομε δημοκρατία τη ρεπούμπλικα και βρίσκομε χίλιες δυο δικαιολογίες γιατί φανταζόμαστε πως η δημοκρατία δεν είναι κατάλληλη για μας. Τη δημοκρατία φυσικά δεν τη θέλει κανένας πολιτικός, αφού θα του αφαιρέσει εξουσία, αλλά δεν τη θέλει και κανένας (σχεδόν) πολίτης, διότι έχομε όλοι βολευτεί να καθόμαστε στον καναπέ και να βρίζουμε τους πολιτικούς μας, αντί να προσπαθούμε να αλλάξουμε το πολίτευμα. Ίσως και να μην ξέρουμε οι περισσότεροι τι σημαίνει δημοκρατία.
Ή άλλη μείζον αλλαγή στην οποίαν αντιδρούμε αφορά τη γραφή μας. Με την ανακάλυψη της γραφής πάνω σε πέτρες, δέρματα, ξύλο κλπ, μπόρεσε να γίνει η ανθρώπινη σκέψη ανθεκτική στο χρόνο. Η γραφή εξελίχτηκε σε αλφαβητική, όπου κάθε προφερόμενος φθόγγος αντιστοιχούσε σε ένα γραπτό σύμβολο (γράμμα) και κάθε γράμμα προφερόταν με ένα μόνο τρόπο. Στη γλώσσα μας απαιτούνταν μόνο 24 τέτοια σύμβολα, για να απαθανατίσουν τη σκέψη και τη βούλησή μας. Πολύ εύκολο. Χωρίς αυτό το τεχνολογικό άλμα, δεν θα είχε επιτευχθεί δημοκρατία. Η προφορική γλώσσα, από στόμα σε στόμα, εξελίσσεται διαρκώς, αλλά μετά τη βίαιη κατάργηση της δημοκρατίας, με τον Μεγάλο Αλέξανδρο, δεν χρειαζόταν πια να ξέρει ο λαός πώς να γράφει· αρκούσε να μπορεί να διαβάζει τους νόμους για να υπακούει. Έτσι, η εξέλιξη της γλώσσας δεν συνοδεύθηκε από αντίστοιχη εξέλιξη της γραφής. Φτάσαμε να έχουμε 15 τρόπους (12 μετά από απλοποιήσεις) για να γράφουμε 5 φωνήεντα. Το πλεονέκτημα της φωνητικής γραφής δεν είναι ποσοτικά μεγαλύτερο, αλλά ποιοτικό. Έχει σοβαρές συνέπειες, όπως αυτή που αναφέρθηκε, δυνατότητα να εφαρμοσθεί δημοκρατία. Χρειάστηκαν 150 χρόνια ελευθερίας για να καθιερωθεί επίσημη γλώσσα η ομιλούμενη, αντί της παραδοσιακής καθαρεύουσας. Η επιβολή της συντηρητικής άποψης από το κράτος (που ήθελε να μένει όπως ήταν, με μοναρχία και υπό προστασία) γινόταν ποινικά. Όποιος έγραφε στην ομιλούμενη γλώσσα θεωρούνταν παράνομος, επικατάρατος, κομμουνιστής. Κι ας είχε επικρατήσει στη λογοτεχνία η ομιλούμενη γλώσσα, συμπεριλαμβάνοντας εθνικούς ποιητές, Σολωμό, Παλαμά, Σεφέρη, Καζαντζάκη κλπ. Η ιστορική γραφή σήμερα επιβάλλεται επίσης ποινικά. Αν γράψει κάποιος όπως μιλά, θα πάρει χαμηλούς βαθμούς στο σχολείο, δεν θα μπορέσει να μπει στο Πανεπιστήμιο και δεν θα μπορέσει να βρει μια υπαλληλική θέση για να ζήσει.
Η φωνητική γραφή είναι ο ιδανικός τρόπος γραφής της δικιάς μας γλώσσας, όπως δικοί μας ήταν οι Μικρασιάτες. Φυσικά δεν τη θέλει κανένας φιλόλογος, αφού θα του αφαιρέσει εξουσία. Μια ζωή ανάλωσε για να μάθει και να διδάσκει την ιστορική ορθογραφία, να την απεμπολήσει τώρα; Αλλά δεν τη θέλουν ούτε οι περισσότεροι πολίτες, διότι έχομε όλοι βολευτεί να γράφουμε ανορθόγραφα και να λέμε "ε, δεν πειράζει κι αν κάνουμε κανένα λαθάκι! Κι οι Άγγλοι κάνουν λάθη".