Το Εθνικό Θέατρο βρίσκεται στη Σύρο και στον ιστορικό χώρο του Απόλλωνα με μία παράσταση, που εμπνέεται από τη ραψωδία Ω της Ιλιάδας.
Ο λόγος για το έργο “Σταθμός Ω” του Γιώργου Χριστοδούλου, που έχει ως κεντρικό θέμα την απώλεια, τη συνενοχή, τη συγχώρεση και τη θύμηση.
Η “Κοινή Γνώμη” μίλησε με τον σκηνοθέτη της παράστασης, Δημήτρη Τσικούρα, αλλά και με τους ηθοποιούς Ζωή Κουσάνα, Παναγιώτη Παντέρα, Στέφανο Πίττα, αλλά και την Αλεξάνδρα Χασάνι, σε μία συζήτηση εφ’ όλης της ύλης, τόσο για τι πραγματεύεται το έργο, όσο και για την ανταπόκριση του κοινού, καθώς η συγκεκριμένη έχει ταξιδέψει σε δεκάδες επαρχιακές πόλεις της Ελλάδος.
Να σημειωθεί ότι δηλώσεις στην εφημερίδα έκανε και ο Βασίλης Βελούδος, από την Εταιρεία Θεάτρου “Ο Θίασος”, σημειώνοντας ότι “με μεγάλη χαρά φιλοξενούμε για δεύτερη φορά το Εθνικό Θέατρο. Είναι μία ιστορική στιγμή, καθώς από το 1930, έτος ιδρύσεώς του, έχουν γίνει ελάχιστες οργανωμένες περιοδείες, ειδικά τη χειμερινή περίοδο, στην περιφέρεια”.
“Ότι κρατιέται ζωντανό, παραμένει στη μνήμη των ανθρώπων και αποτρέπει αυτό να χαθεί στη λήθη”
“Είναι ένα πρόσφατο έργο που γράφτηκε κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Το συγκεκριμένο που είναι του Γιώργου Χριστοδούλου, αντλεί έμπνευση από τη ραψωδία Ω της Ιλιάδας, με τον Πρίαμο να γονατίζει μπροστά στον Αχιλλέα, ικετεύοντας για το σώμα του Έκτορα. Με αφορμή αυτό το γεγονός, αλλά και με αφορμή πραγματικών γεγονότων που έχουν συμβεί τα τελευταία 20 με 30 χρόνια στην Ελλάδα, γράφτηκε μία φανταστική ιστορία που διαδραματίζεται σε μία επαρχιακή πόλη”, δήλωσε ο σκηνοθέτης της παράστασης, Δημήτρης Τσικούρας.
Δίνοντας περισσότερα στοιχεία για το έργο, ο σκηνοθέτης τόνισε ότι αυτό έχει ως επίκεντρο ένα νέο άνθρωπο, διαφορετικό στα μάτια της τοπικής κοινωνίας, που εξαφανίζεται.
“Ο πατέρας του, αλλά και άλλα πρόσωπα από το συγγενικό περιβάλλον του νεαρού άνδρα, βρίσκονται αντιμέτωποι με την απώλεια, την αδιανόητη σιωπή, την ομοφοβική βία, που καλύπτεται πίσω από την “κανονικότητα” και τελικά με τον ίδιο του τον εαυτό. Δεν μπορώ να κρύψω ότι από την πρώτη στιγμή που διαβάσαμε το έργο, το πρώτο πράγμα που αρχίσαμε να λέμε μεταξύ μας είναι ότι η υπόθεση μας θυμίζει διάφορα αληθινά περιστατικά που έχουν γίνει στη χώρα. Οπότε, από την ανάγνωση και μόνο, πάρθηκε η απόφαση εμείς οι πέντε θέλουμε να πούμε αυτή την ιστορία για να θυμίζουμε αυτά τα περιστατικά που όλοι έχουμε στο μυαλό μας”.
Στην ερώτηση ότι εάν αυτά τα περιστατικά έχουν στοιχειώσει περιοχές της ελληνικής επαρχίας, ο ηθοποιός Στέφανος Πίττας, επεσήμανε ότι “δεν τα ζούμε μόνο στην επαρχία, είναι θέμα όλης της κοινωνίας, αλλά κυρίως εκείνη στιγματίζει, καθώς πρόκειται για πιο κλειστές κοινωνίες. Όπου έχουμε παίξει μέχρι τώρα, ο κόσμος μετά την παράσταση μας μεταφέρει ότι πρόκειται τα αληθινά αυτά περιστατικά αποτελούν τραύματα για την ίδια την κοινωνία, τα οποία προσπαθούν και οι ίδιοι να τα κρατούν ζωντανά, αλλά είναι κοντή η μνήμη. Στα Γιάννενα π.χ ήταν η επέτειος του θανάτου του Βαγγέλη Γιακουμάκη. Αντίστοιχα στις Σέρρες, στη Μυτιλήνη, στη Βέροια, αλλά και σε άλλα μέρη έχουμε ανάλογα περιστατικά ανθρώπων που έχουν πέσει θύματα βίας και εγκληματικών πράξεων. Ότι κρατιέται ζωντανό, παραμένει στη μνήμη των ανθρώπων και αποτρέπει αυτό να χαθεί στη λήθη”.
Στην επισήμανση ότι αυτό που ουσιαστικά που προτρέπουν τους θεατές είναι να μην ξεχνάνε όλα αυτά τα περιστατικά, ο κ. Τσικούρας σημείωσε ότι “εμείς οι πέντε που συναντιόμαστε επί σκηνής και με αφετηρία ένα έγκλημα, ανοίγουμε έναν κοινό τόπο αφήγησης, θύμησης, ερωτημάτων και αντιπαραθέσεων. Μέσα από μύθους, έθιμα και αλληγορίες, επιχειρούμε να διεισδύσουμε στο πυρήνα της ανθρώπινης συνθήκης και να αναζητήσουμε τι μπορεί να σημαίνει στα αλήθεια να συν-χωράμε, στον ίδιο τόπο, όλοι, όλες και όλα μαζί. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, με σκοπό, δεν ξέρω κατά πόσο μπορεί αυτό να το επιτύχει μία παράσταση, να μειωθούν όλα αυτά τα περιστατικά βίας. Όσο τα έχουμε στο πάνω μέρος της μνήμης μας, αυτό μας βοηθά να λειτουργούμε και διαφορετικά ως άτομα και κοινωνία. Όσο μιλάμε για αυτά, από μόνο του είναι καλό, όσον αφορά και την τέχνη”.
Συμπληρώνοντας, ο ηθοποιός, Παναγιώτης Παντέρας υποστήριξε χαρακτηριστικά ότι “κατά την προσωπική μου άποψη, το έργο, σκηνοθετικά και συγγραφικά, δεν είναι διδακτικό. Θέλω να πω ότι δεν ζητάς κάτι συγκεκριμένο από τον κόσμο. Νιώθω ότι προσπαθεί να δημιουργήσει ένα πλαίσιο συζήτησης, καθώς όσο περισσότερο συζητάς ένα θέμα που υπάρχει ανάμεσά μας, ίσως τότε μπορέσεις να το πας λίγο πιο κάτω. Αν δεν το συζητάμε και το αφήνουμε σε μία γωνιά, θα υπάρχει και θα μας βασανίζει για πάντα”.
Οι συντελεστές της παράστασης αναφέρθηκαν και στην παράσταση στη Σύρο και ειδικά στο ιστορικό θέατρο Απόλλων, αλλά και για τις εμπειρίες που έχουν αποκομίσει από το τεράστιο ταξίδι που έχουν πραγματοποιήσει ανά την Ελλάδα.
“Είμαστε πολύ χαρούμενοι που βρισκόμαστε στη Σύρο και ειδικά στο θέατρο Απόλλων. Είναι ένας υπέροχος χώρος και μπορώ να σας πω ότι επειδή σπούδασα στην Πάτρα, μου θυμίζει λίγο και το αντίστοιχο εκεί θέατρο. Η αρχιτεκτονική, ο εκλεπτισμός του και οι λεπτομέρειες, πραγματικά είναι στο μεγαλείο τους”, σημείωσε ο κ. Τσικούρας, με τον κ. Παντέρα να δηλώνει ότι “οι θεατρικές μας περιοδείες είναι ένα τεράστιο σχολείο. Όταν έχεις φτιάξει μία παράσταση και προσπαθείς να την προσαρμόσεις σε διαφορετικές θεατρικές σκηνές, είναι κάτι μοναδικό. Αυτό, δε, που εισπράττουμε από τους θεατές της επαρχίας, είναι επίσης ένα πολύ σημαντικό ταξίδι, από το οποίο αποκομίζεις πολλά συναισθήματα. Ο κόσμος διψά για το θέατρο, κάτι που για εμάς στην Αθήνα το έχουμε ως δεδομένο”.
Τέλος να σημειωθεί, ότι η συνέντευξη έγινε στο αρχοντικό του Σταύρου Κοή, ενώ η παράσταση “Σταθμός Ω”, παρουσιάζεται και σήμερα στο θέατρο Απόλλων στις 9 το βράδυ.