Προτάσεις όσον αφορά στην κατάρτιση ενός σχεδίου ανάπτυξης με έμφαση στη βιωσιμότητα και τη διατήρηση της ισορροπίας σε τουρισμό, ενέργεια και περιβάλλον ιδίως στα νησιά

Βιώσιμη ανάπτυξη σε τουρισμό και ενέργεια

Επιστολή προς τον πρωθυπουργό, κ. Κυριάκο Μητσοτάκη, σχετικά με τις επενδύσεις στο χώρο της ενέργειας και του τουρισμού και την βιωσιμότητα, οικονομική και περιβαλλοντική, εν όψει της επικείμενης ολοκλήρωσης του σχεδίου ανάπτυξης στην Ελλάδα, αποστέλλουν 60 υπογράφοντες, Έλληνες και φίλοι της χώρας.

Την επιφύλαξή τους, όσον αφορά στις φαραωνικές ενεργειακές επενδύσεις στα νησιά εκφράζουν δεκάδες προσωπικότητες της επιστήμης, της εκπαίδευσης, του πολιτισμού, της οικονομίας, της αυτοδιοίκησης και της πολιτικής, προς τον πρωθυπουργό, ζητώντας σαφείς διατυπώσεις όσον αφορά στη βιώσιμη ανάπτυξη ανάμεσα σε περιβάλλον και τουρισμό σε βάθος χρόνου.

Ανάμεσα στους υπογράφοντες της επιστολής, είναι και οι Δήμαρχοι Κιμώλου, κ. Κωνσταντίνος Βεντούρης, Ίου, κ. Γκίκας Γκίκας, Σικίνου, κ. Βασίλης Μαράκης, Σερίφου, κ. Κων/νος Ρεβίνθης και Σίφνου, κ. Μαρία Ναδάλη, όπως επίσης και ο Έπαρχος Κέας – Κύθνου, κ. Γιάννης Ευαγγέλου. Αξίζει να σημειωθεί, ότι την επιστολή συνυπογράφει και ο εφοπλιστής, κ. Αθανάσιος Μαρτίνος.

Προβληματισμός για την άκριτη και ασυντόνιστη προώθηση επενδύσεων

Το κείμενο που συντάχθηκε από ομάδα της Ελληνικής Εταιρείας Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, ανοίγει χαιρετίζοντας την πρωτοβουλία για τη διαμόρφωση σχεδίου ανάπτυξης για την Ελλάδα. Σημειώνεται, πως οι υπογράφοντες την επιστολή «αποδεχόμαστε την ανάγκη της Ελληνικής οικονομίας για αναζωογονητικές επενδύσεις, και πιστεύουμε ότι η οικονομική ανάπτυξη μπορεί να συμβαδίσει με την προστασία του περιβάλλοντος. Μας ανησυχεί όμως ο κίνδυνος να υπονομεύσουμε τις μακροχρόνιες, οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές προοπτικές της χώρας από άκριτη και ασυντόνιστη προώθηση επενδύσεων, ειδικά στον τουρισμό και την ενέργεια».

Πιο συγκεκριμένα αναφέρεται, ότι «δεν πρέπει να ενθαρρυνθεί η μεγάλης κλίμακας τουριστική ανάπτυξη σε περιβαλλοντικά ευαίσθητες ή πολιτισμικά αξιόλογες περιοχές, όπως είναι τα μικρά αιγαιοπελαγίτικα νησιά. Αντίθετα, επικροτούμε την αναβάθμιση παραδοσιακών οικισμών καθώς και εγκαταλελειμμένων χωριών για τόνωση των τοπικών κοινωνιών», επισημαίνοντας τον προβληματισμό των υπογραφόντων για την «συνεχή απαξίωση της φυσικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς».

Όπως τονίζεται, «έχει υπογραμμισθεί επανειλημμένως από μελετητές του Ελληνικού τουρισμού η σημασία της ανάπτυξης εναλλακτικών μορφών του. Δεν έχουν υπάρξει, όμως, μέχρι τούδε επαρκή μέτρα υποστήριξής τους, παρά τη διαπίστωση ότι επεκτείνουν την τουριστική περίοδο και απευθύνονται σε υψηλότερα εισοδήματα, ενώ ενεργοποιούν και άλλους τομείς της τοπικής οικονομίας (όπως τον πρωτογενή τομέα) και απασχολούν τοπικούς μικροεπιχειρηματίες (όπως στην περίπτωση του αγροτουρισμού)».

Επιπλέον αναφέρεται, πως «οι περιοχές φυσικής προστασίας, όπως αυτές που προστατεύονται από το δίκτυο NATURA, είναι κρίσιμες για την ανάπτυξη εναλλακτικών μορφών τουρισμού», με τους υπογράφοντες να δηλώνουν ικανοποίηση για το γεγονός, ότι «μετά από 15ετή καθυστέρηση, η Ελλάδα θα ολοκληρώσει τις μελέτες διαχείρισής τους, οι οποίες θα δείξουν που μπορούν να χωροθετηθούν ποιες χρήσεις, το 2021», συνιστώντας ωστόσο «μέχρι τότε να μην επιτραπούν βαριές εγκαταστάσεις στις περιοχές αυτές (που αποτελούν το 27% της επικρατείας),ως έμπρακτη αποδοχή ότι η τουριστική ανάπτυξη απαιτεί συνεπή και αποτελεσματική στρατηγική».

Οι υπογράφοντες επισημαίνουν, πως «πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι λείπει από τη χώρα μια συγκροτημένη τουριστική στρατηγική, με άμεσο, μεσοπρόθεσμο ή μακροπρόθεσμο ορίζοντα, παρά τη σημασία του κλάδου για την εθνική οικονομία και, προφανώς, το περιβάλλον. Η εκπόνηση μιας τέτοιας στρατηγικής, ριζικά αναμορφωμένης, αποτελεί κατά την άποψή μας επείγουσα ανάγκη».

Διαφήμιση

Υπογραμμίζεται δε, πως «νησιά όπως η Μύκονος και η Σαντορίνη είναι ήδη κορεσμένα ή σχεδόν κορεσμένα. Ο ίδιος κίνδυνος ελλοχεύει και σε άλλα μικρά νησιά. Χρειάζεται επομένως προσεκτική διαχείριση του δυναμικού κάθε περιοχής αλλά και έμφαση στην παροχή υψηλότερου επιπέδου υπηρεσιών με μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία. Μια τέτοια αλλαγή προτύπου απαιτεί όχι μόνο στρατηγικό όραμα αλλά στενή συνεργασία με όλους τους εμπλεκόμενους. Απαιτεί επίσης επένδυση σε καλύτερες υποδομές».

Λελογισμένη χωροθέτηση των ΑΠΕ

Επιπλέον, δεδομένου ότι ευρύτερες κυβερνητικές πολιτικές επίσης επηρεάζουν τη βιωσιμότητα της χώρας ως τουριστικού προορισμού, κρίνεται θετικά η πρωτοβουλία της κυβέρνησης για έλεγχο της εκτός σχεδίου δόμησης. Οι υπογράφοντες προτείνουν «την αντικατάσταση συμβατικών με ηλεκτρικά οχήματα κατά προτεραιότητα σε τουριστικές περιοχές με υψηλή ρύπανση ως και τη μείωση του οικολογικού αποτυπώματος στις πόλεις μέσω διαχείρισης των αναγκών ψύξης και θέρμανσης με βιοκλιματικό σχεδιασμό, καλύτερη θερμομόνωση και χρήση γεωθερμίας ρηχής ενθαλπίας για οικιακές ανάγκες».

Οι υπογράφοντες κρίνουν απαραίτητη «την επανεξέταση του συστήματος χωροταξικού σχεδιασμού με βάση τα υγιέστερα Ευρωπαϊκά και διεθνή πρότυπα. Τα εθνικά, περιφερειακά και τοπικά χωροταξικά σχέδια ουσιαστικά παραμερίζονται από τα ειδικά χωροταξικά (τουρισμού, ΑΠΕ, ιχθυοκαλλιέργειας κλπ.). Τα τομεακά αυτά χωροταξικά προσδιορίζουν αν μια περιοχή έχει τα φυσικά χαρακτηριστικά για την εγκατάσταση συγκεκριμένων επενδύσεων, π.χ. ισχυρούς ανέμους για την αποδοτική εγκατάσταση ανεμογεννητριών, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη άλλα βασικά χαρακτηριστικά, φυσικά, πολιτισμικά ή τουριστικά. Αυτό συχνά οδηγεί σε συγκρούσεις χρήσεων, όταν π.χ. αδειοδοτείται εγκατάσταση ιχθυοκαλλιεργειών σε περιοχή πρόσφορη για τουριστική εκμετάλλευση ή όταν προτείνεται εγκατάσταση ανεμογεννητριών σε περιοχές όπως η Μήλος και Κίμωλος που διαθέτουν γεωθερμικά πεδία ικανά για την ηλεκτροδότηση των μισών Κυκλάδων με μια καθαρή μορφή ενέργειας. Όταν αγνοούνται τέτοια πολύτιμα στοιχεία οποιασδήποτε περιοχής ακολουθούν η οικονομική και οικολογική υποβάθμιση».

Στο πλαίσιο της επιστολής αναγνωρίζεται, ότι «υπάρχει προφανής ανάγκη για όλο και μεγαλύτερη χρήση Α.Π.Ε., όμως η εγκατάστασή τους προϋποθέτει την αποφυγή βλάβης σε περιοχές NATURA φυσικής ομορφιάς ή σε άλλες αναπτυξιακές δράσεις μιας οποιασδήποτε περιοχής. Η εγκατάσταση ανεμογεννητριών σε περιοχές NATURA/ειδικού φυσικού κάλλους, π.χ., δεν θα μπορούσε εύκολα να δικαιολογηθεί σε μια περιοχή κατάλληλη για πεζοπορικό τουρισμό με άθικτο φυσικό περιβάλλον. Υπάρχουν άλλες περιοχές κατάλληλες για ΑΠΕ χωρίς συνέπειες επιζήμιες για τον πολιτισμό, το περιβάλλον και τον τουρισμό».

Όπως τονίζεται, «μια αναμόρφωση του χωροταξικού σχεδιασμού μπορεί να υποβοηθήσει την κοινωνική συμμετοχή στην διαδικασία σχεδιασμού. Το πρόβλημα είναι ότι οι τοπικές αρχές δεν συμμετέχουν στην διαμόρφωση τομεακών σχεδίων τα οποία εκπονούνται σε εθνική κλίμακα. Αυτό όμως δημιουργεί τον κίνδυνο να βρεθούν ξαφνικά αντιμέτωπες με επενδυτικές αποφάσεις χωρίς διαβούλευση ή και προειδοποίηση. Τούτο προκαλεί καχυποψία ή και εχθρότητα ενώ τόσο η κεντρική διοίκηση όσο και η τοπική κοινωνία οφείλουν να έχουν λόγο στη στάθμιση οφέλους και κόστους από μια οποιαδήποτε επένδυση».

Ανάγκη καλύτερου συντονισμού για αντιμετώπιση της ουσίας του ζητήματος

Τέλος, στην επιστολή επισημαίνεται, ότι υπάρχει ανάγκη για καλύτερο συντονισμό, καθώς παρά τις διάφορες προσπάθειες, υπερισχύει η εστίαση της εξωτερικής εικόνας της χώρας και του ελληνικού τουρισμού και όχι στη βιωσιμότητα ή την εμπειρία του επισκέπτη. «Τεχνογνωσία υπάρχει ασφαλώς σε επιχειρηματικές οργανώσεις όπως ο ΣΕΤΕ, αλλά για να μπορέσουμε να αλλάξουμε το πρότυπο του Ελληνικού τουρισμού, απαιτείται ριζική αναδιοργάνωση και αναβάθμιση του Υπουργείου Τουρισμού και του ΕΟΤ ή ηδημιουργία νέου θεσμού. Η επιτυχής αποστολή ενός αναβαθμισμένου ή νέου θεσμού προϋποθέτει την απόκτηση της αναγκαίας τεχνογνωσίας, πόρων και εξουσιών και συνεργασία με τοπικές αρχές και την κοινωνία των πολιτών. Ιδιαίτερα εν όψει της πιεστικής ανάγκης για προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, η Ελλάδα οφείλει να αδράξει αποτελεσματικά την ευκαιρία που προσφέρει η Ευρωπαϊκή Ένωση για την επίτευξη αειφόρου ανάπτυξης ώστε να δημιουργηθεί άμεσα η αναγκαία τεχνογνωσία στην κεντρική διοίκηση και σταδιακά στο περιφερειακό και τοπικό επίπεδο», επισημαίνεται από τους υπογράφοντες.

Καταλήγοντας, η επιστολή κλείνει με την ευχή ότι «θα μπορέσετε να αποφύγετε τα λάθη προηγούμενων ελληνικών κυβερνήσεων που αντιμετώπισαν την ανάπτυξη και την προσέλκυση επενδύσεων σπασμωδικά», ενώ τονίζεται, πως «θα απαιτηθεί ενεργή διαβούλευση με ειδικούς στους χώρους της χωροταξίας, ανάπτυξης, τουρισμού, οικολογίας, βιωσιμότητας και οργανωτικού σχεδιασμού, ώστε οι ιδέες αυτές να μετουσιωθούν σε πράξη», με τους υπογράφοντες να εκφράζουν την πεποίθηση ότι η κυβέρνηση έχει να παίξει σημαντικό ρόλο «προσθέτοντας στο Ελληνικό Οικονομικό Σχέδιο μια σαφή διατύπωση της ανάγκης διαμορφώσεως περιφερειακής και τοπικής αναπτυξιακής στρατηγικής που θα ισορροπεί περιβάλλον και τουρισμό,στηρίζοντας τον διάλογο της κεντρικής διοίκησης με τις τοπικές κοινωνίεςκαι θέτοντας τις βάσεις για μια ριζική αναμόρφωση στην χάραξη και παρακολούθηση μιας βιώσιμης, θαρραλέας τουριστικής στρατηγικής».