Κλαυσίγελος μόνο, για τα όσα εκτυλίσσονται τις τελευταίες ημέρες σε αυτοδιοικητικό επίπεδο, σε ό,τι αφορά στη μάχη, μεταξύ δύο... μάτσο “ηγετών”, οι οποίοι μέσα από ένα καυγά καφενείου, προσπαθούν να πείσουν τους πολίτες, όχι για το ποιος ενδιαφέρεται για τον τόπο, αλλά για το ποιος θα ξεπεράσει σε ανδρισμό τον άλλο.
Κλαυσίγελος, διότι αφενός το μόνο που μπορεί να κάνει κανείς διαβάζοντας τις εκατέρωθεν ανακοινώσεις, είναι να βάλει τα γέλια. Η κοκορομαχία μεταξύ των δύο, η ανταλλαγή προσβολών, θυμίζει έντονα λεκτική αντιπαράθεση μεταξύ δύο μεθυσμένων θαμώνων, σε κάποιο καταγώγι, που ο ένας από τη μία πλευρά του μαγαζιού και ο άλλος από την άλλη, τσακώνονται, φωνάζοντας ο καθένας στην παρέα τους “κρατάτε με ρε γιατί θα του ορμήξω”, χωρίς βέβαια να κάνει κανείς την παραμικρή κίνηση. Φυσικά, σε κάποιο μπαρ, η σκηνή θα ήταν ενδιαφέρουσα, κυρίως για τα μάτια των τρίτων.
Όταν, όμως, αυτός ο καυγάς γεμάτος “μαγκιές”, εκτυλίσσεται σε επίπεδο αυτοδιοίκησης και αφορά σε λειτουργίες της, οι οποίες επηρεάζουν εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες, τότε τα πράγματα διόλου διασκεδαστικά δεν πρέπει να λογίζονται. Η λειτουργία ενός δημόσιου φορέα και το μέλλον των ανθρώπων, τη βελτίωση της ζωής των οποίων αυτός έχει δημιουργηθεί για να διαχειρίζεται, να ξεπέφτει σε κάτι που θυμίζει τσακωμό σε κάποια ξεχασμένη βιντεοταινία της δεκαετίας του ‘80. Εκεί, έρχεται το κλάμα.
Έτσι λοιπόν, τη στιγμή, που αιρετοί της αυτοδιοίκησης, ανταλλάσσουν γραπτές “γροθιές”, αλά Νίκος Κούρκουλος και Γιώργος Φούντας, εύλογα αναρωτιέται κανείς, πόσο πιο κάτω μπορεί να κατρακυλήσει το πολιτικό επίπεδο σε αυτό τον τόπο, πόσο πιο μακρύς μπορεί να είναι ο... “Κατήφορος”.
Αρκετές φορές, έχει τονιστεί το γεγονός, πως πλέον, ο πολιτικός στίβος έχει γίνει αρένα για άρτον και θεάματα, άλλες φορές απλά ευτελή και άλλες φορές, τόσο γελοία, που καταντούν επικίνδυνα. Στην περίπτωση αυτή, όμως, άξια αναφοράς δεν είναι η – υπό του μηδενός – πτώση του επιπέδου (άλλωστε, δεν είναι κάτι το ασυνήθιστο), όσο η απροκάλυπτη εκμετάλλευση των εκ της νομοθεσίας οριζόμενων λειτουργιών ενός δημόσιου φορέα, υπηρεσιών, που οφείλει να προσφέρει στους πολίτες, καθώς αυτός είναι ο ρόλος του, για την περαιτέρω τροφοδοσία και τη γιγάντωση ήδη τεράστιων Εγώ.
Η λύπη και η απογοήτευση, προκύπτουν από το γεγονός, ότι ο κάθε κακομοίρης, με τα εκατοντάδες κόμπλεξ και ψυχολογικά σύνδρομα, που στην ουσία χρήζει παρακολούθησης από ειδικούς, μπορεί να αναλάβει τα ηνία ενός τόπου και να χρησιμοποιεί τη δύναμη, που του δόθηκε από τους πολίτες, όχι για να βελτιώσει την καθημερινότητά τους και να καλύψει τις ανάγκες τους, αλλά για να θρέψει όσο το δυνατόν περισσότερο τον εγωισμό του και να κάνει πια, χωρίς περιορισμούς, όσα του υπαγορεύουν τα ταπεινά και πολλές φορές επικίνδυνα ένστικτά του.
Παρ’ όλα αυτά και μέχρι να έρθει ο κατάλληλος χρόνος, ώστε οι πολίτες να έχουν και πάλι τη δυνατότητα, κρίνοντας από τις πράξεις των αυτοδιοικητικών, να τους δώσουν ή να τους αφαιρέσουν τα προνόμια που τους “χάρισαν” την τελευταία φορά, θα αναγκαζόμαστε να βλέπουμε το επίπεδο να πέφτει πιο χαμηλά, πιο χαμηλά, πιο χαμηλά.
Προς το παρόν, θα ήθελα κι εγώ, από το βήμα αυτό, σε ανάλογο ύφος – προκειμένου να γίνω αντιληπτή από τους μάτσο μαγκίτες φίλους – να τοποθετηθώ, επί των φουλ εγωκαψούρα δηλώσεων, που, χάριν δημιουργίας εφέ, πάντρεψαν ποσοστά με τρίχες και ζεϊμπέκικα:
Τι μα’ λε’ ρε βαρύμαγκα; Μας κατατρόπωσες, ναούμε... Ρε μόρτη μην αγριεύεις, καθόσον τρέμουμε από το φόβο μας ναούμε... Ανεχιντρώθηκε η τρίχα μας, σου λέω... Ήρεμα, μάγκα, ήρεμα. Σου μιλάω ντόμπρα και σταράτα τώρα, δεν έχεις να ανησυχείς για τίποτα. Ο τίτλος του Γιαλαντζή Δερβίση 2014-2019 σου ανήκει δικαιωματικά και κανένας δε θα μπορέσει να στον πάρει, όσο κι αν προσπαθήσει. Μπέσα, ναούμ.