Παροιμιώδεις φράσεις και το νόημά τους.

Συντάκτης: Ανώνυμος
Έντυπη Έκδοση

Πολλές από τις παροιμιώδης φράσεις που χρησιμοποιούσαμε στο παρελθόν (όσοι θυμόμαστε), έχουν τώρα πια περιπέσει σε αχρηστία και όπως έχει συμβεί με αρκετές λέξεις από την αρχαιότητα έως σήμερα, έχουν ήδη εξαφανισθεί από το λεξιλόγιό μας. Έγιναν «θυσία» κι αυτές στο βωμό της διαρκούς εξέλιξης, μιας διαδικασίας που τελικά έχει ως αποτέλεσμα τη διαφοροποίηση της γλώσσας από γενιά σε γενιά. Πόσοι από εμάς τους Έλληνες γνωρίζουμε, αλλά φυσικά δεν χρησιμοποιούμε ορισμένες φράσεις που στο παρελθόν μας ήταν τόσο γνωστές και συχνά και τις ακούγαμε και τις αναφέραμε. Βέβαια, οι νέοι Έλληνες μπορεί να μην τις έχουν ακούσει και ίσως ελάχιστες από αυτές χρησιμοποιούν και στο λεξιλόγιό τους. Ας θυμηθούμε μερικές φράσεις, που μας ήταν τόσο γνωστές στο παρελθόν, και ιδιαίτερα ας γνωρίσουμε το νόημά τους.

Κουτσοί στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα.

Στα 1830, σ’ ένα χωριό της Κυνουρίας, στο Άστρος της Αρκαδίας, παρουσιάστηκε ένας περίεργος άνθρωπος που άρχισε να διαδίδει επίμονα ότι ήταν ο…Άγιος Παντελεήμονας που ήρθε να σώσει τον κόσμο από τις διάφορες αρρώστιες, που τον μάστιζαν. Όπως γνωρίζουμε, βέβαια, ο πραγματικός Άγιος Παντελεήμονας είναι ο προστάτης των ανάπηρων και οι Χριστιανοί πιστεύουν ότι γιατρεύει εκτός από τις άλλες παθήσεις και τις παραμορφώσεις του σώματος, καθώς και τους τυφλούς. Αυτός ο άγνωστος άνδρας δεν έκανε κανένα θαύμα, βέβαια. Επειδή όμως δεν ενοχλούσε κανέναν με την παρουσία του, τον άφηναν να λέει ό,τι ήθελε. Παρ’ όλα αυτά, βγήκε η φήμη, που έγινε πιστευτή από τους απλούς ανθρώπους, ότι στο όμορφο χωριό της Κυνουρίας παρουσιάστηκε…ο Άγιος Παντελεήμονας και θεραπεύει ανθρώπους. Όπως ήταν επόμενο, όσοι έπασχαν από τα μάτια τους, τ’ αυτιά τους, τα πόδια τους και από ένα σωρό άλλες ασθένειες, παράτησαν τα σπίτια τους και τις δουλειές τους και ξεκίνησαν να πάνε στο Άστρος, με την ελπίδα ότι θα γίνουν καλά. Κι ήταν τόσοι πολλοί αυτοί οι ανάπηροι, ώστε από τα διάφορα χωριά που περνούσαν, οι κάτοικοι που τους έβλεπαν έλεγαν: «Κουτσοί, στραβοί, στον Άγιο Παντελεήμονα

Πράσινα άλογα.

Όταν κάποιος σε μια συζήτηση μας λέει πράγματα με τα οποία διαφωνούμε ή μας ακούγονται παράλογα, συνηθίζουμε να λέμε: «Μα τι είναι αυτά που λες; Αυτά είναι αηδίες και πράσινα άλογα!» Οι δυο λέξεις «πράσινα άλογα» δεν είναι το χρώμα αλόγων, όπως πιστεύει πολύς κόσμος, αλλά είναι μια αρχαία ελληνική έκφραση. Προέρχεται από το ενεργητικό απαρέμφατο του ρήματος «πράττω» ή και «πράσσω». (και δυο τ αντικαθίστανται στα αρχαία και από τα δυο σ), δηλαδή το «πράττειν» μπορεί να ακουστεί και «πράσσειν». Το «άλογο» είναι λέξη που προέρχεται από το ουσιαστικό «λόγος» που σημαίνει και λογική. Εάν στη λέξη – λόγο προσθέσουμε μπροστά το άλφα γίνεται α-λόγο που σημαίνει παράλογο! Η φράση λοιπόν η σωστή είναι: «Πράσσειν άλογα» που σημαίνει ότι: κάνει κανείς ή λέει παράλογα πράγματα.

Από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα.

Στους Ρωμαϊκούς χρόνους και μάλιστα στη Ρώμη, υπήρχε ένα έθιμο κατά το οποίο, εκείνος που ζούσε μακριά από την πατρίδα του, από το χωριό του, όταν επρόκειτο να επιστρέψει, ειδοποιούσε τους δικούς του, ότι έρχεται. Το ίδιο συνέβαινε και κατά τους Βυζαντινούς χρόνους. Εκείνος, λοιπόν που πήγαινε στην Πόλη (πολλοί ταξίδευαν στην βασιλίδα των πόλεων) όταν ήθελε να επιστρέψει έγραφε σε έναν δικό του άνθρωπο στην πατρίδα: «Από την Πόλη έρχομαι και στην κορφή καν, έλα». Με άλλα λόγια: Ξαναγυρίζω, επανέρχομαι από την Πόλη και…έλα κάν (αν θέλεις, δηλαδή) στην κορυφή του λόφου, κοντά στο χωριό μας για να με δεις και να προϋπαντήσεις. Κι αυτό βέβαια γιατί τότε ή θα πήγαιναν τα ταξίδια με άμαξα ή με το γαϊδούρι ή και με τα πόδια. Ο ταξιδιώτης, λοιπόν, ζητούσε να τον συντροφεύσει κάποιος δικός του όταν πλησίαζε στην πόλη ή στο χωριό του. Όταν βέβαια με τον καιρό το έθιμο αυτό ξέφτισε, παρανσήθηκε το «….και στην κορφή, κάνε, έλα» και έγινε: «και στην κορφή κανέλλα» (το μπαχαρικό). Επειδή, λοιπόν όλη αυτή η φράση είναι μια ασυναρτησία όπως κατάντησε, γι’ αυτό ο λαός, με το πέρασμα του χρόνου, σε κάθε τόπο, πρόσθεσε και από κάτι….ακαταλαβίστικο, όπως: «Από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα, ανέβασ’ το καπέλο σου να μην βραχεί η ομπρέλλα» και άλλα ασυνάρτητα.

Διαφήμιση

Να μένει το Βύσσινο.

Η λαϊκή αυτή έκφραση γεννήθηκε κάπου μεταξύ των χρόνων 1900 και 1905. Και σήμερα, βέβαια, αυτή η φράση δηλώνει άρνηση! Μερικές φορές ακούγεται: «να μου λείπει το βύσσινο». Η φράση όπως γράφουν οι λαογράφοι, προέρχεται από ένα περιστατικό που συνέβη σ’ ένα καφενείο μεταξύ ενός βουλευτή κι ενός ψηφοφόρου του.

Ο ψηφοφόρος παρήγγειλε στον σερβιτόρο του καφενείου (εκεί που έγινε η συνάντησή τους) ένα γλυκό βύσσινο, για να κεράσει τον βουλευτή…κι έτσι να πετύχει και…το ρουσφετάκι του. Ο βουλευτής, όμως, σκληρό καρύδι, δε φαινότανε διατεθειμένος να τον βοηθήσει. Αγανακτισμένος τότε ο ψηφοφόρος που είχε καταλάβει ότι δεν θα γινόταν αυτό που ζήτησε, φώναξε δυνατά στον σερβιτόρο: «Να μένει το βύσσινο!»

Λέξεις – Φράσεις»

Στην Ελλάδα, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα είναι άφθονες οι Παροιμιώδεις λέξεις και φράσεις της ιστορίας, της γλώσσας και της λογοτεχνίας. Και φυσικά ακούγονταν συχνά όταν συζητούν άνθρωποι για διάφορα θέματα. Πολλές φορές αυτές τις «Παροιμιώδεις εκφράσεις» τις ακούμε ή και τις λέμε χωρίς πάντα να ξέρουμε τι σημαίνουν και από πού προέρχονται. Μερικές φορές μεταχειριζόμαστε μόνο μια λέξη που, βέβαια, δεν είναι γνωστή στα λεξικά, ούτε προέρχεται από την επίσημη γλώσσα, όπως: «Μπουντρούμι», «Κουμπούρας», κ.α. Η Ελλάδα έχει πλούσιο λαογραφικό θησαυρό.

Ίσως…να αναφέρω κι άλλες φράσεις.

0