Η καταστροφή της Χίου.

Συντάκτης: Ανώνυμος
Έντυπη Έκδοση

Ήταν 30 Μαρτίου 1822! Ένα χρόνο μετά την Ελληνική Επανάσταση που έσωσε την Ελλάδα από τη δουλεία αιώνων και την ανέβασε ξανά στη σκηνή της Ιστορίας, χαρίζοντας στον Ελληνικό λαό την Εθνική του οντότητα και την ελεύθερη ζωή του. Έγραψε ο Κωστής Παλαμάς: «….είδα τη Νίκη της μεγάλη, τη Νίκη της παντοτινή, την είδα εμπρός μου να προβάλλει με φορεσιά ολοφώτεινη».

Και ακολούθησε η καταστροφή της Χίου. Ο Τουρκικός στόλος, υπό τον Ναύαρχο Καρά Αλή, φρόντισε και κατόρθωσε να αποβιβαστούν 7.000 άνδρες στο νησί και αμέσως άρχισε η σφαγή των Ελλήνων, επειδή η χώρα μας είχε επαναστατήσει και στόχος των Τούρκων ήταν να εξαφανίσουν όσους Έλληνες μπορούσαν. Έτσι σφάχτηκαν 27.000, ενώ στάλθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής περίπου 48.000 Χιώτες. Από τους 113.000 κατοίκους που είχε η Χίος, συνέχισαν να υπάρχουν και ζουν στο νησί, περίπου 2.000 άνθρωποι.

Έφυγαν για να σωθούν.

Πολλοί Χιώτες είχαν φύγει από την πόλη και τα προάστια τρέχοντας και έψαχναν κάποια μέρη του νησιού, να κρυφτούν και να σωθούν. Αλλά όπου κι αν πήγαιναν κι όσο κι αν κρύβονταν, οι Τούρκοι όλο και πλησίαζαν. Στιγμές τρόμου παντού και την ημέρα και τη νύχτα. Και πάντα άκουγαν πυροβολισμούς που πλησίαζαν.

Ένας Χιώτης, ο Λουκής Λάρας, που μαζί με την οικογένειά του κατόρθωσαν να γλιτώσουν τη σφαγή και βρέθηκαν ελεύθεροι στην Τήνο, μετά στη Σύρο και αργότερα στο Λονδίνο με μια επιτυχημένη εμπορική επιχείρηση, είχε την τύχη να γνωρίσει τον σπουδαίο Έλληνα (και Συριανό) Δημήτριο Βικέλα, ο οποίος εργαζόταν στις επιχειρήσεις των θέσεων του, των αδελφών Μελά. Ο Λουκής διηγήθηκε στον Βικέλα την ιστορία της ζωής του, την οποίαν και έγραψε, όπως του ζήτησε ο Βικέλας, ο οποίος μετά τον θάνατο του Λουκή την δημοσίευσε στο βιβλίο: «Λουκής Λάρας»

Μεταφέρω δυο περιστατικά που βοήθησαν τη φυγή του Λουκή και της οικογένειάς του από το νησί που καιγόταν και καταστρεφόταν από τους Τούρκους, σε αντίποινα της Ελληνικής Επανάστασης.

Με τη φράση: «Στιγμές τρόμου» ο Λουκής γράφει: «…φεύγαμε να σωθούμε από τους Τούρκους. Δεν σκεφτόμαστε που πάμε, τι θα γίνει. Εκεί που τρέχαμε, κι όλο φεύγαμε τρομαγμένοι, χωρίς να ξέρωμε που πάμε να σωθούμε, μας είδε μια γριά και μας φώναξε: Ελάτε εδώ χριστιανοί μου να σας κρύψω. Ο Θεός τη φώτισε. Σ’ αυτήν χρωστάμε τη σωτηρία μας. Είχε νυχτώσει. Πίσω από το σπίτι της, ήταν ένας στάβλος. Σ’ αυτό το στάβλο μας έκρυψε η γριούλα. Οι αγελάδες έλειπαν μακριά και τις έκλεψαν οι Τούρκοι.

Μπήκαμε από μια μικρή πόρτα που μόλις έκλεινε είχε σκοτάδι και μυρουδιά από κοπριές. Δεν μπορούσε να μείνει άνθρωπος εκεί. Κι όμως ο φόβος μας βοήθησε και μείναμε ολόκληρα μερόνυχτα σ’ αυτό το στάβλο δεκαοχτώ ψυχές! Η γριούλα μας έφερνε σύκα και νερό…Εκεί κρυμμένοι ακούγαμε τις κραυγές των Τούρκων που έψαχναν ανθρώπους να σκοτώσουν κι εκεί που περιμέναμε να φύγουν πιο μακριά, ακούσαμε ξαφνικά έξω από την πόρτα του στάβλου τη βροντερή φωνή ενός Τούρκου: Δεν ρίχνουμε μια ματιά σ’ αυτή την αποθήκη; Κάναμε το σταυρό μας και μαζευτήκαμε όλοι μαζί στην πέρα γωνιά του στάβλου χωρίς ν’ ανασαίνουμε. Ο Τούρκος άνοιξε την πόρτα κρατώντας το σπαθί του. Παγώσαμε όλοι. Ο Τούρκος κάνει ένα βήμα να προχωρήσει αλλά πατάει σε μια λακούβα με νερό και κοπριές κι αρχίζει τις βλαστήμιες και φώναζε: Μόνο βρωμιές είναι εδώ. Γυρίστε να φύγουμε. Δεν έχει ανθρώπους….Μας λυπήθηκε ο Θεός…το πρωί ξεκινήσαμε όλοι μαζί, ώσπου φτάσαμε στην άκρη του χωριού. Οι Τούρκοι είχαν ερευνήσει κι είχαν φύγει…»

Διαφήμιση

Στο λιμάνι της σωτηρίας.

«Μόλις ξημέρωνε φτάναμε στα υψώματα που έκλειναν το λιμανάκι. Εδώ μας περίμενε η σωτηρία. Σε λίγο θα έβγαινε ο ήλιος. Κατεβήκαμε κάτω από τους βράχους και είδαμε το πλοίο που μας περίμενε μακριά από την ακτή. Βέβαια ήταν κοντά μας κι άλλοι Χιώτες που περίμεναν. Το πλοίο δεν είχε έρθει μόνο για μας. Θα έπαιρνε κι άλλους. Ο πλοίαρχος είχε ειδοποιήσει πως ήρθε πρωί – πρωί. Κι έτρεχαν για την παραλία Χιώτες πρόσφυγες που κρύβονταν στα γύρω χωριά και στις σπηλιές. Η παραλία είχε γεμίσει κόσμο. Η βάρκα πλησίαζε κι έφτασε. Όλοι τρέχαμε να προλάβουμε. Σπρωξιές, φωνές από όλους μας. Οι ναύτες είπαν: ησυχάστε, όλους θα σας πάρουμε. Η βάρκα γέμισε, έφυγε, ξαναγύρισε και πήρε πάλι κόσμο…

Ώσπου…δυο, τρεις τουφεκιές ακούστηκαν. Έφτασαν οι Τούρκοι. Οι ναύτες του πλοίου είχαν όπλα και πυροβόλησαν κι αυτοί. Η βάρκα δεν σταμάτησε, ερχόταν πάλι…Εκείνη τη στιγμή μ’ έπιασε από το χέρι η μητέρα μου και μου είπε: Λουκή πάρε τις αδελφές σου και πηγαίνετε με τις ευχές μας. Αφήστε μας εμάς. Ο Θεός θα φροντίσει. Χωρίς να πει τίποτ’ άλλο έβαλε στον κόρφο μου ένα μικρό δέμα που είχε όσα ακριβά κοσμήματα μπόρεσε να σώσει…την αγκάλιασα, τη φίλησα και μπήκαμε με τις αδελφές μου στη βάρκα που ήταν γεμάτη. Ώσπου ακούστηκαν κι άλλες τουφεκιές από ψηλά. Οι Τούρκοι είχαν ξανάρθει. Όσοι Χιώτες ήταν στην παραλία έπεσαν στη θάλασσα. Γύρισα τα μάτια μου και είδα τη μητέρα μου στη θάλασσα. Δεν ήξερε να κολυμπά…πως μπόρεσα να απλώσω από τη βάρκα το χέρι μου, πως το άρπαξε η μητέρα μου, πως μια άλλη γυναίκα έπιασε και κράταγε τη μητέρα μου από το φόρεμά της ούτε που το κατάλαβα… Η βάρκα δεν σταμάτησε, πήγαινε κι ερχόταν…Μεγάλη τύχη είχαμε. Δοξασμένος ο Θεός, είμαστε όλοι ασφαλισμένοι…»

Πολλοί είναι οι Χιώτες που κατέφυγαν στο ελεύθερο νησί της Σύρου. Ακολούθησαν οι Ψαριανοί, οι Κασιώτες και πολλοί άλλοι από Σμύρνη, Κυδωνίες κα.

Η Ερμούπολη δημιουργήθηκε από τους πρόσφυγες που ήλθαν φτωχοί και ρακένδυτοι αλλά ήταν πλούσιοι σε πείρα και γνώσεις!

Υ.Γ: Το όνομα του Λουκή Λάρα ήταν Λουκάς Ζίφος. Ο Δημ. Βικέλας γράφει στον πρόλογο του βιβλίου «Λουκής Λάρας» ότι ζήτησε από το Λουκά Ζίφο να γράψει αυτά που του είχε διηγηθεί στη συνάντησή τους στην Αγγλία. Μετά το θάνατο του Λουκά βρέθηκε το χειρόγραφο κείμενο της ζωής του και ζήτησε να παραδοθεί στον Δημ. Βικέλα. Και οι δυο ήταν επιτυχημένοι επιχειρηματίες.