Ακούσατε-ακούσατε.
Σήμερα στο χωριό μας, θα παίξει το έργο από τας Αθήνας, με πολύ γέλιο από τις ιστορίες στο πανί. Όλοι το βράδυ για κινηματόγραφο στον καφενέ του κυρ-Δήμου.
Ο ίδιος μπερντές για τις βραδιές του Καραγκιόζη στήνεται στο μαγαζί του Δήμου για να φιλοξενήσει την προβολή που θα κάνει να γελάσει το χείλη του κάθε πικραμένου.
«Μιρκού-μικρού, μικρού του μερουκάμματου
μικρού του μερουκάμματου κι η κάψα μου μιγάλη…»
τραγουδάει το μπασμένο μπακαλογατί, ο Ζήκος.
Ο τσαμπουκάς του δεν φαίνεται να μετριάζεται από την περιορισμένη του κατάρτιση.
«Εμένα με το «ρε», να μη μου μιλάς, γιατί εγώ το «ρε» δεν το σηκώνω! Ούτε χειρονομίες δε σηκώνω, ακούς;».
Έτσι επιβάλλεται.
Ο θρασύτατος χωριάτης που υποστηρίζει πως «Ο μόνος μορφωμένος και λογιστικά κατερτισμένος είμι ηγώ».
Κι σιγά-σιγά εμφανίζεται όλος ο θίασος, με τους πρωταγωνιστές και τους κομπάρσους να κάνουν το πέρασμα τους από την ιστορία, ο κάθε ένας για να πει τις ατάκες του.
Ακούγονται παλαμάκια. Ζευγάρι που δίνει παραγγελία στον Ζήκο.
Ζήκος: Εσύ όχι παλαμάκια! Να παλαμοκροτάν αυτοί που πληρώνουν! Όχι εσύ που θέλουμε τρεις κιμωλίες στο γράψε-σβήσε τη βδομάδα για σένα, έτσι; Κουβάλησες και την ανιψιά σου εδώ πέρα να μας κάνει την όμορφη!
Άντρας: Ποια ανιψιά μου βρε; Γυναίκα μου είναι!
Ζήκος: Άντρας σου; Καλά να πάθεις! Τι του λιμπίστηκες του κομοδίνου; Εμείς αυτούς στο χωριό, τους πνίγουμε στο νεροχύτη για να μη χαλάσει η ράτσα!
Μόνο που παρά του ότι γλίτωσε από τον νεροχύτη συνεχίζει να χτυπάει παλαμάκια και να δίνει παραγγελιές στον μπακαλόγατο.
Το έργο βρίσκεται σε εξέλιξη. Σταδιακά κάνουν την εμφάνιση του τα λοιπά μέλη του θιάσου.
Να και η ομορφονιά που περιπαίζει ερωτικά τον Ζήκο, «Α! Ρε Φιφικάρα μου ισύ!» και την οποία βάζει πάνω απ’ όλους.
Ο Κιτσάρας που έχει εμφανώς περιπαικτική συμπεριφορά απέναντι του, με την ειρωνική διάθεση της δήθεν του ανωτερότητας.
Ο ευτραφής μπακάλης, που επιχειρεί να εδραιώσει τον ρόλο του ως αφεντικό «Βρε, μην κοιτάς που φαίνομαι μεγάλος! Είναι που είμαι χοντροκόκκαλος!».
Και ο χαμηλών τόνων εισπράκτορας που παραδέχεται πως «μας λείπουν 99 δραχμές, για να βάλουμε στην άκρη ένα κατοστάρικο».
Όλη η ιστορία ζωντανεύει στο μπερντέ του Δήμου, με πρόσωπα και καταστάσεις να έχουν απόλυτη σχέση με την πραγματικότητα.
Οι παραλληλισμοί των χαρακτήρων των ρόλων με τους χαρακτήρες της πραγματικής ιστορίας, στα περισσότερα σημεία τους ταυτίζονται απόλυτα.
Μία κωμωδία που καταγράφηκε ως μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της ελληνικής κινηματογραφικής ιστορίας, με την σύγχρονη όμως μεταφορά της στην πραγματικότητα να σημειώνει παταγώδη αποτυχία, λόγω των ατάλαντων σημερινών πρωταγωνιστών.
Και έτσι για υπενθύμιση να σημειωθεί πως όταν οι συμπεριφορές ξεφεύγουν και στρέφονται ευθέως κατά των θεατών αυτής της κωμωδίας, είναι εύλογη η αντίδραση «Εμένα θα με πάρεις με το καλό. Πάρεμε με το καλό να γίνω μούσι να με ξουρίσεις!»