Επιτέλους ας μας τρομάξει το «τέρας»

Συντάκτης: Τέτα Βαρλάμη
Έντυπη Έκδοση

Δημόσιος λόγος, πολιτικές αποφάσεις, ηγετικές συμπεριφορές, με κύρια χαρακτηριστικά τις τεράστιες ποσότητες βλακείας και ημιμάθειας.

Βασικά στοιχεία της άσκησης εξουσίας αποτελούν πλέον η υπονόμευση, η λασπολογία και η στοχοποίηση κάθε διαφωνούντα.

Υπό τη λογική της συνωμοσιολογίας οι ερμηνείες του αρθρωμένου αντίλογου, προκειμένου τα συμπερασματικά αποφθέγματα να αιτιολογήσουν την ανεπάρκεια των διοικούντων.

Η αυτογνωσία είναι κραυγαλέα απούσα και η παραδοχή των μειονεκτημάτων φαντάζει εξωπραγματική.

Συνεχίζει να σέρνεται η πολιτική ζωή του τόπου σε καφενειακές λογικές, που τώρα πλέον εκφράζονται μέσω του διαδικτύου, αγνοώντας πως μέσω αυτού μεγιστοποιείται η αναγνώριση της ανεπάρκειας των εκτιθέμενων.

Η μαζική συνείδηση διαμορφώνεται πλέον μέσω των επιδερμικών αναλύσεων της κάθε ανάρτησης και των αντίστοιχων συνοδευτικών σχολιασμών των «πεφωτισμένων» ιθυνόντων.

Κραυγαλέες διοικητικές διολισθήσεις παραβλέπονται, προφανείς αστοχίες παραποιούνται, αυταπόδεικτα λάθη ενεργειών παραφράζονται και όλα προς εξυπηρέτηση της επικοινωνιακής προπαγάνδας υπέρ της Αρχής.

Κατά δήλωση τους, οι πρόθυμοι χειροκροτητές, εμφανίζονται ως υπερασπιστές του δικαίου, με την έπαρση της υποστήριξης που τους παρέχει η νοοτροπία μιας αυτοκρατορικής ηγεμονίας.

Διαφήμιση

Οι ίδιοι που αποκηρύσσουν μετά βδελυγμίας τις πελατειακές σχέσεις, είναι αυτοί που επί σειρά ετών παρασιτούν προσκολλώμενοι σε ηγετικά πρόσωπα.

Είναι οι ίδιοι που υψώνουν κορώνες «παρθενίας» και ταυτόχρονα λειτουργούν με μίζες και ρουσφέτια, ως παραφυάδες της εξουσίας.

Παρακμιακές πολιτικές συμπεριφορές και νοοτροπίες που αναγάγουν τον λαϊκισμό σε πολιτική έκφραση.

Η πολιτική τους ανυπαρξία σέρνεται από τις ακροβασίες των ευτελών σχολιασμών τους έως την ικανοποίηση των προσωπικών τους ωφελειών.

Αποτελούν στοιχεία της εικόνας που συνθέτει το πρόσωπο του «τέρατος», κατά τον Μάνο Χατζιδάκι, που επιτέλους θα πρέπει να αρχίσει να μας φοβίζει καθώς «Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει».

«Γιατί δεν είναι που σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται. Κι εγώ με τη σειρά μου δεν φοβάμαι τίποτα περισσότερο, απ’ το μυαλό της κότας. Απ’ το να υποχρεωθώ να συνομιλήσω με μια κότα ή μ’ ένα σκύλο, ή τέλος πάντων, μ’ ένα ζώο δυνατό πού βρυχάται. Τι να τους πω και πώς να τους το πω; Και μήπως δεν είναι εξευτελισμός, αν επιχειρήσω να μεταφράσω ή να καλύψω τις σκέψεις μου, κάτω από φράσεις απλοϊκές και ηλίθια νοήματα, για να καθησυχάσω τυχόν τη φιλυποψία μιας κότας, που όμως έχει άνωθεν τοποθετηθεί για να μας ελέγχει και να μας καθοδηγεί;

Η υποταγή ή ο εθισμός σε μια τέτοια συνύπαρξη, ή συνδιαλλαγή, δεν προκαλεί τον κίνδυνο της αφομοίωσης ή της λήθης, του πώς πρέπει, του πώς οφείλουμε να σκεφτόμαστε, να πράττουμε και να μιλάμε; Αναμφισβήτητα αρχίσαμε να το ανεχόμαστε. Και η ανοχή, πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί και τα βοήθα να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος, που προΐσταται, ελέγχει και μας κυβερνά. Το τέρας σχηματίζεται από τα ζώα κι απ’ τους εχθρούς».

0