Αναρωτιέμαι… αν ο Φοίβος δεν είχε γράψει «Νύχτες στη Μύκονο με την πανσέληνο μαζί», αλλά «βόλτες στη Μύκονο με τον Φάρο Αρμενιστή, βόλτες στη θάλασσα του Μερμελέχα πειρατή», θα είχε κάνει το ίδιο σουξέ; Αλλά έτσι είμαστε εμείς οι Έλληνες. Τον Τζακ Σπάροου τον αποθεώνουμε και τους δικούς μας κουρσάρους, made in Greece, τους σνομπάρουμε. Ουρές σχηματίζονται στον κινηματογράφο για τους «Πειρατές της Καραϊβικής», αλλά αν τους οδηγήσεις στον τάφο του Μερμελέχα στην Παραπορτιανή, αυτοί θα ψάχνουν το τόπι της Βουγιουκλάκη. Αν σε ρωτήσει κανείς τί σου έρχεται στο νου όταν ακούς τη λέξη «θάλασσα», θα απαντήσεις ηλιοθεραπεία, ρακέτες, καλαμαράκι τηγανητό, άντε και το «είναι το στρώμα μου μονό» πάλι της Βουγιουκλάκη, που έχει ασχοληθεί αρκετά με το υγρό στοιχείο. Σε καμία περίπτωση όμως δεν θα σκεφτείς ούτε τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, ούτε τον τορπιλισμό της Έλλης, ούτε καν το ναυάγιο του Σάμινα που είναι και πιο φρέσκο. Γιατί ο εγκέφαλός μας είναι προγραμματισμένος με τέτοιον τρόπο, ώστε να συλλαμβάνει και να αναπαράγει αυτά που μπορεί πιο εύκολα να συγκρατήσει.
Άραγε… αν ο στίχος δεν ήταν «μες στης Μυκόνου τα στενά μοιράζεις χάδια και φιλιά», αλλά «μες στης Μυκόνου το στενό, χαζεύω το Λαογραφικό», η κατανάλωση στα ελληνάδικα θα ήταν η ίδια; Και γιατί να μην υπάρχει μία σειρά τραγουδιών, με επιμορφωτικό χαρακτήρα; «Με ιστιοφόρα και βαπόρια και με κωπήλατα σωρό, τριγυρνάμε στο Αιγαίο, στο Museum το Ναυτικό». Ψυχαγωγία και εκπαίδευση μαζί. Αλλά θα μου πεις και με το δίκιο σου… «τι τη θες την επιμόρφωση, αφού δεν έχεις μόρφωση;»; Όταν κάποιος πηγαίνει στη Μύκονο για να καεί στις παραλίες, να ξεσαλώσει στα κλαμπ και να κάνει δηλώσεις στο Star, πόσο να τον συγκινήσει η πληροφορία ότι στο «Σπίτι της Λένας» εκτίθεται το αντίγραφο της παραδοσιακής Μυκονιάτικης φορεσιάς;
Πόσες φορές έχεις ακούσει να δίνουν ραντεβού έξω από τη Δημοτική Πινακοθήκη Μυκόνου ή να εκφράζουν το θαυμασμό τους για το ιστορικό αρχείο του Αλέξανδρου Μελετόπουλου στη Δημοτική Βιβλιοθήκη; Κάνε ένα πρόχειρο γκάλοπ στους τουρίστες να δεις ποια είναι η δημοφιλέστερη προσωπικότητα του νησιού. Η Μαντώ Μαυρογενένους; Η Μέλπω Αξιώτη ή ο Πέτρος ο Πελεκάνος; Αυτό μπορείς να το καταλάβεις και από τα σουβενίρ του νησιού. Τον πελεκάνο θα κολλήσεις στο ψυγείο σου, όχι αγωνιστές του 1821, εκτός κι αν δεν θέλεις να φτιάξεις τοστάκι, αλλά να καταδιώξεις τους πειρατές που λυμαίνονται στις Κυκλάδες. Μήπως τελικά η στενή επαφή με την ιστορία και την παράδοση ενός τόπου είναι σαν να τρως σουτζουκάκια βραδινές ώρες; Δυσκολοχώνευτη; Και προτιμάς καλύτερα κάτι ελαφρύ για να αποφύγεις την αγρυπνία στον Άγιο Νικολάκη;
Διαφορετικά, δεν εξηγείται η αφάνεια, στην οποία βρίσκεται το πολιτιστικό κομμάτι του νησιού εδώ και πολλά χρόνια. Προφανώς, προκαλεί δυσπεψία. Και προκειμένου να μην περάσει ο τουρίστας τις διακοπές του στο ξενοδοχείο, πίνοντας σόδα, σου λέει ο άλλος, μην επιβαρύνω το στομαχάκι του με γκραβούρες, υφαντά, εικόνες και άσπρα, κόκκινα, κίτρινα, μπλε, καραβάκια στο Αιγαίο δεν με παίρνετε καλέ… Θα προβάλλω κυρίως τη νυχτερινή ζωή, τα beach bars και τις παραλίες, που λειτουργούν σαν λαπάς. Συνεπώς, ο κοσμοπολίτικος χαρακτήρας του νησιού διατηρείται στο έπακρο, ενώ η λαογραφία της Μυκόνου «κοιμάται» το καλοκαίρι για να διδαχθεί πια το φθινόπωρο στα σχολεία ή στα καλλιτεχνικά τμήματα του δήμου. Και φτάνουμε στο σημείο να καταναλώνουμε εσωτερικά τις παραδόσεις και όλα όσα μας κληρονόμησαν οι γονείς και οι παππούδες μας, ενώ στους επισκέπτες σερβίρουμε αυτό που θέλουν να δουν. Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως, πως όσο ψάχνει κανείς… βρίσκει. Υπάρχουν και «θησαυροί» που δεν κλάπηκαν από τους πειρατές. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να τους ανακαλύψεις.