Κυρίες και κύριοι, καλησπέρα σας, καλώς ήρθατε για ακόμη μία εβδομάδα και ευχαριστούμε που επιλέξατε για την ψυχαγωγία σας το λογοτεχνικό μας περιοδικό.
… …
… …
Τι;
Ποια πολιτική εφημερίδα; Όχι, όχι, καλή κυρία, κάποιο λάθος κάνετε. Λογοτεχνικό περιοδικό είμαστε. Μυθιστορηματο… Μυθιστορικο… Μυθιστορηματογραφο… (μισό λεπτάκι να googlάρω κάτι).
Μυθιστοριογράφοι από όλα τα μήκη και πλάτη της Σύρου, τέσσερις στον αριθμό, βρίσκουμε καταφύγιο σε αυτές εδώ τις σελίδες, προκειμένου να εκτονώσουμε την αστείρευτη φαντασία μας και το πηγαίο ταλέντο μας στην μυθοπλασία και τη σεναριογραφία.
Προσοχή όμως. Οι ιστορίες μας ΔΕΝ απευθύνονται σε μικρά παιδιά. Τα διηγήματά μας, εμπνευσμένα, πάντα, από διεστραμμένα και σκοτεινά μυαλά, περιέχουν σκηνές φρίκης και τρόμου.
Απευθύνονται, κατά κύριο λόγο, σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας και ανωτάτου πνευματικού και μορφωτικού επιπέδου, τα οποία να μπορούν να διακρίνουν τη μυθοπλασία από την πραγματικότητα και έτσι, να μην πέφτουν στην παγίδα να ταυτίσουν το παραμύθι με το γεγονός, σε αντίθεση με το ανυποψίαστο πόπολο που ξεγελιέται εύκολα.
Ας προχωρήσουμε, όμως, στο παραμύθι αυτής της εβδομάδας. Καθίστε αναπαυτικά, κατά προτίμηση σε κύκλο, όπως παλιά.
Κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη. Δώσε κλώτσο να γυρίσει, παραμύθι ν’ αρχινίσει…
Μια φορά κι έναν καιρό, στα παλιά τα χρόνια, ήταν ένα βασίλειο. Στο βασίλειο αυτό υπήρχε μέσα σ’ όλα τα υπόλοιπα και μία εφημερίδα. Οι συντάκτες αυτής της εφημερίδας έγραφαν τα άρθρα τους χρησιμοποιώντας επιχειρήματα, ώστε να τεκμηριώνουν το όποιο θέμα ανέλυαν.
Ο βασιλιάς και το παλάτι όμως, θύμωναν με αυτά που έγραφαν οι συντάκτες της εφημερίδας, γιατί η εφημερίδα ανακάλυπτε κάθε είδους παγαποντιά ή παράλειψη ή λάθος ή γκάφα, που έκαναν και χαλούσαν το ίματζ, που πάσχιζαν να διατηρήσουν και αντιστοιχούσε στην αγιοσύνη, την καλοσύνη και το αλάθητο του Πάπα. Ήθελαν να φαίνονται ατσαλάκωτοι και αυτοί οι συντάκτες του σατανά, αναδείκνυαν τη μία τσαλάκα μετά την άλλη, τους λεκέδες, τις λαδιές. Μην τολμούσε να πέσει λίγη σαλτσούλα από τη βούτα στο κοκκινιστό με το πολύσπορο, πάνω στο σατέν, αμέσως οι βρωμοσυντάκτες να το βγάλουν πρωτοσέλιδο.
Κάθε φορά, ο βασιλιάς άναβε και κόρωνε, φούντωνε και ξεφούντωνε, φυσούσε και ξεφυσούσε, ξεκλείδωνε με μία απότομη κίνηση το μαγικό του i-phone και ξεσπούσε ανεπίσημα τη μανία του στο μαγεμένο Facebook, γράφοντας ειρωνικά ή θυμωμένα status, ώστε να δείξει στους υπηκόους του, ότι δεν έχουν να ανησυχούν για τίποτα. Από κοντά και όλη η Αυλή του παλατιού, ίδρωναν να αποδείξουν μέσω status, ότι ο λεκές δεν είναι λεκές, είναι μία εικαστική παρέμβαση πάνω στο Σανέλ, η σάλτσα δεν είναι σάλτσα, είναι μία καλλιτεχνική διαμαρτυρία πάνω στον ταφτά, ενάντια, ας πούμε, στον πόλεμο. Και υποστήριζαν ότι αυτή η άποψη είναι η σωστή, γιατί το έγραψε σε στάτους και κάποιος άλλος και άρα δεν ήταν οι μόνοι και άρα αυτό που λένε εκείνοι είναι η μόνη αδιαμφισβήτητα σωστή άποψη που υπάρχει πάνω στη γη. Έτσι, απλά και δημοκρατικά.
Όμως, οι σατανικοί βρωμοσυντάκτες συνέχιζαν να αρθρογραφούν με επιχειρήματα, ενημερώνοντας με σαφήνεια τους υπηκόους για το τι ήταν αυτός ο λεκές, πώς έγινε, πότε έγινε, γιατί έγινε, τι επιπτώσεις θα είχε αυτός ο λεκές στο Σανέλ, αλλά και πώς θα μπορούσε να αποφευχθεί το λέκιασμα της haute couture.
Ω καταραμένα ανθρωποειδή μιάσματα της κοινωνίας, που να τους πάρει η οργή του Δία! Αυτοί οι διάβολοι δεν είχαν ούτε ιερό, ούτε όσιο.
Και έτσι το παλάτι κατέφυγε σε άλλη λύση. Αδιαφορία. Θα έδειχναν στα παράσιτα αυτά, ότι δεν τα έχουν σε καμία υπόληψη και ότι τα οικτίρουν, με το να μην ασχολούνται μαζί τους.
Και από τότε και στο εξής, έγραφαν και πάλι στάτους, αλλά πλέον, όχι για να δικαιολογηθούν. Ασχολούνταν να κάθονται να γράφουν στάτους, ώστε να καταστήσουν σαφές, ότι δεν ασχολούνταν με τα δημοσιεύματα των βρωμοσυντακτών. Δήλωναν ευθαρσώς, ότι τα προσπερνούσαν, σαν να μη γράφτηκαν ποτέ, προκειμένου να μην αναγκαστούν να δώσουν εμπεριστατωμένη και τεκμηριωμένη απάντηση, καθώς μάλλον δεν είχαν.
Και δεν ζήσαμε εμείς καλά, αλλά αυτοί έζησαν καλύτερα, γιατί πολύ ικανοποιημένοι ένιωσαν με τις επιλογές τους.
Τέλος.