Όποιος τολμά να θίξει, να προβάλλει, να σχολιάσει και να κριτικάρει τα κακώς κείμενα, στοχοποιείται ως προπαγανδιστής αρνητισμού, συγκεντρώνοντας το μένος όσων δεν αντέχουν την κριτική και τον αντίλογο.
Η έπαρση του εξουσιαστή, δεν του επιτρέπει να ανεχθεί φωνή αντίδρασης ή να αποδεχθεί την απουσία συναίνεσης στις αποφάσεις του.
Παρατρεχάμενοι, προς υπεράσπιση των διοικούντων «αφεντικών», με την υποταγή των ευνουχισμένων υποτακτικών, διαστρεβλώνουν την παρουσιαζόμενη εικόνα, λοιδορούν κάθε αντιρρησία, φλυαρούν ευτελώς και εμφανίζονται ως αυτόκλητοι τιμητές της πόλης.
Οι κομπάρσοι μιας παρωχημένης πολιτικής διαπλοκής, προσπαθούν να εδραιώσουν τη θέση τους στον θίασο, του οποίου οι πραγματικοί πρωταγωνιστές, που προς το παρόν αρκούνται στον ρόλο του υποβολείου, περιμένουν να κάνουν το ντεμπούτο τους με την πτώση του θιασάρχη.
Χωρίς επίγνωση της αγλωσσίας τους, χρησιμοποιούν εξυπνακισμούς αντί εμπεριστατωμένου αντίλογου, επιβεβαιώνοντας την ανεπάρκεια τους μέσω του βιασμού των λέξεων και κυρίως των εννοιών.
Οι εμπαθείς σχολιασμοί, που υπερθεματίζουν υπέρ της στοχοποίησης των διαφωνούντων, χυδαιολογίες επί προσωπικού, χωρίς αιδώ για την πασιφανή και αυταπόδεικτη μικρότητα των κινήτρων και μία επικριτική διαπόμπευση ανέμπνευστης αδολεσχίας.
Σαν νοσταλγοί ολοκληρωτικών πρακτικών, δείχνουν τον δρόμο προς την πυρά σε κάθε έναν που δεν υπερασπίζεται την δική τους θέση, που εκφράζει άποψη διαφορετική των συμφερόντων τους και δεν παρουσιάζει την πραγματικότητα μέσα από τους παραμορφωτικούς καθρέφτες της δικής τους πολιτικής εξυπηρέτησης.
Οι εικόνες που προδίδουν ότι ο «βασιλιάς είναι γυμνός» αντί να προκαλέσουν για ενίσχυση των αδυναμιών που παρουσιάζονται, επιχειρείται να υποβαθμιστούν, ασελγώντας ακόμα και επί της στοιχειώδους λογικής και της οφθαλμοφανούς πραγματικότητας.
Από την επισήμανση των αδυναμιών, των ελλειμματικών κινήσεων, της ευκολίας των πράξεων, είναι αναμενόμενο να προκαλείται εκνευρισμός και ο εκνευρισμός προδίδει τον πανικό, που τελικά οδηγεί σε γελοιοποίηση.
Η μετατροπή της κάθε στοιχειώδους προσπάθειας προόδου σε ατραξιόν μικροπολιτικής εκμετάλλευσης, φέρνει στα μέτρα του ευκαιριακού βολέματος και του εύκολου οφέλους κάθε κίνηση, επιζητώντας να λάβει την λαϊκή αμνηστία στην ανεπάρκεια της πολιτικής μυθολογίας, μέσω της οποίας πείστηκε το πόπολο.
Η στηλίτευση κάθε διοικητικής αδυναμίας, τροφοδοτεί μία εμπαθή συκοφάντηση, με το πλούσιο υβρεολόγιο των αιρετών να διανθίζει τις υπεροπτικές τους λανθάνουσες συμπεριφορές.
Ο κομπασμός περί των επιτυχιών άνευ πραγματικού αντικρίσματος, σε αντιδιαστολή με την αποτύπωση του πραγματικού, η θριαμβολογία νικών σε ανύπαρκτους αγώνες έναντι της επικράτησης του λάθους, το μόνο που μπορούν να επιτύχουν είναι η απογύμνωση και η γρηγορότερη αποκαθήλωση των αυτάρεσκων διοικούντων.
Το αυτονόητο αντιμάχεται σε έναν αγώνα bras de fer την πολιτική ένδεια, μέχρι το χέρι του νικητή να κάμψει την ασημαντότητα αυτής της ίδιας της διαδικασίας.
Κι αν το αιώνιο δίλημμα επανέρχεται επίκαιρο παρά ποτέ για την επικράτηση του ισχυρού ή του δίκαιου, τα νοήματα παραμένουν δυσνόητα στην κατανόηση τους από τους φωνασκούντες υπερασπιστές της σαθρότητας, που μέσω έωλων επιχειρημάτων επιτυγχάνουν να επιβεβαιώσουν την ευτράπελη γελοιότητα τους.