Τι έγινε παιδιά; Δεν πιστεύω μέχρι τώρα να σας έχει φύγει καμία ρόδα στην επανεμφανισθείσα λακκούβα μπροστά από την πύλη της ΔΕΗ! Όχι; Όλα καλά; Εντάξει τότε. Πάμε.
Εν αρχή ην το αλησμόνητο «Αγαπώ το νησί μου, περπατώ στην πόλη μου». Σφίχτηκε λίγο η ψυχούλα μας, αλλά είπαμε ας πάει και το παλιάμπελο, ας την περπατήσουμε να δούμε τι θα γίνει.
Περιμέναμε – όχι από μόνοι μας… μετά από δεσμεύσεις – ότι ναι μεν θα στερηθούμε της άνεσης της οδήγησης του δικού μας οχήματος, με την άπλα μας, με τη μουσικούλα μας, με το ανοιχτό το παράθυρο, να ανεμίζει η χαίτη, να βγαίνει το χεράκι έξω να κάνουμε εφέ κτλ, αλλά σε αντίθεση, θα σωζόταν η πόλη από τη λαμαρινίαση, θα έμπαινε μια τάξη στο κέντρο της πόλης, θα είχαμε και συχνή συγκοινωνία να φεύγουμε όποτε θέλουμε.
Αμ δε!
Κατά την πράξη, συνειδητοποιήσαμε, ότι όχι μόνο τα παιδάκια δεν τρέχουν και δεν παίζουν ανέμελα στους δρόμους (όπως είχαμε πλάσει με την φαντασία μας), αλλά ούτε η λαμαρίνα έφυγε από την πόλη το βράδυ. Απλά ακινητοποιήθηκε. Ή μεταφέρθηκε. Ή τρύπωσε μέσα στα κρυφά.
Ιδιαίτερα αστείο, το γεγονός, ότι ακριβώς μπροστά στο σημείο, που κλείνει το κέντρο και βρίσκονται οι άγρυπνοι, ατρόμητοι, ράμπο «εθελοντές» (που τώρα είναι υπάλληλοι), με τα γουόκι-τόκι (τύφλα να ‘χει η φρουρά του Λευκού Οίκου), οι κέρβεροι των πυλών του ιστορικού κέντρου, δημιουργήθηκε ένα έκτρωμα, μια άμορφη μάζα από πλαστικό και λαμαρίνα, ένας πανικός από μηχανές, μηχανάκια, παπάκια, σκουτεράκια, το ένα χωμένο δίπλα στο άλλο, όχι στρωτά και τακτοποιημένα, αλλά σαν το αποτέλεσμα της 153ης πίστας του τέτρις, όπου τα έχεις κάνει μπάχαλο και δεν κάνεις τίποτα, μέχρι να γεμίσει η οθόνη και να χάσεις.
Δίπλα δε, από το έκτρωμα και επί του δρόμου, οι «έξυπνοι», που «βρήκαν πάρκινγκ κοντά στην πόλη». Οι διπλο-τριπλο-παρκαρισμένοι άρχοντες της ασφάλτου.
Όλα αυτά, μπροστά στα ανέκφραστα και νυσταγμένα μάτια των ράμπο. Τι εννοείτε, γιατί δεν κάνουν κάτι; Μα, δεν είναι αυτή η δουλειά τους! Η δουλειά τους είναι να εγκλωβίζεται και να ακινητοποιείται η λαμαρίνα μέσα στο κέντρο. Το τι συμβαίνει έστω και μερικά εκατοστά έξω από την πράσινη γραμμή δεν περιλαμβάνεται στις αρμοδιότητες των συνοριοφυλάκων. Για τη λειτουργία αυτή, απαιτείται αναβάθμιση. Δημοτική Αστυνομία δεν θέλουμε, η κανονική Αστυνομία δε φτουράει, τι να κάνουν και τα παιδιά; Τους αφήνουν να γίνουν φιόγκος, να τσακωθούν, να βγάλουν «μαύρες», να ησυχάσουν, έτσι όπως τα έκαναν.
Ας μη μιλήσουμε για τη συγκοινωνία, γιατί θα κλάψουν μανούλες. Και μπαμπάδες και παιδιά και γαμπρο-κουνιάδες και όλο το σόι γενικότερα. Που έχει βγει ο άλλος από τα κλαμπάκια του, που έχει πιει τις μπυρίτσες του (μόνο μία-δυο, διότι διαφορετικά απαγορεύεται να οδηγήσει) και πρέπει να σκαρφαλώσει το καρκαΐλι, να πάει στη Δόξα; Και μη μου πεις να πάρει το Mini Bus, γιατί αν βγει από το μαγαζί 5 λεπτά αργότερα από το «ραντεβού με την τύχη», θα πρέπει να κάτσει ένα μισάωρο να τον δέρνει αλύπητα ο αγέρας που λυσσομανάει, μέχρι να δεηθεί να περάσει το επόμενο. Πράγμα που σημαίνει, ότι θα πάρει το μονοπάτι, το στρατί, θα φυσήξει, θα ξεφυσήξει, θα περάσει την κρεμασμένη γλώσσα του κασκόλ, για να μην την πατήσει, αλλά θα φτάσει πιο γρήγορα.
Α! Όλα κι όλα! Αυτό το καλό οφείλω να το αναγνωρίσω. Θες δε θες, είτε το’ χες σκοπό είτε όχι, σε αυτή την πόλη θα αδυνατίσεις.
Έπειτα, αφού είδαν από το αρχηγείο, ότι ο κόσμος αλλιώς τα φαντάστηκε, αλλιώς του ήρθαν και έχει αρχίσει να εξαγριώνεται, μοιράζοντας πεντάστερες από δω κι από κει, οι περισσότερες εκ των οποίων έχουν ως αποδέκτες τους εθελοντές, υπαλλήλους, βολεψιματίες – όπως θέλετε πείτε τους, σου λένε, κάτσε να το κάνουμε πιο σόου, μήπως πιάσει και ηρεμήσουν.
Και τότε ήρθε το «Περπατώ και τρέχω στην πόλη μου βράδυ με πανσέληνο». Που δεν έφτανε, που ήδη περπατούσε ο άλλος με το ζόρι, έπρεπε να υποστεί το μαρτύριο και τροχάδην. Μεγάλη συμμετοχή το event. Μόνο η πανσέληνος πήγε, που δεν είχε και επιλογή, δηλαδή.
Τώρα, που δεν έπιασε αυτό, το επόμενο βήμα είναι, τα δαιμόνια μυαλά του αρχηγείου, να σκαρφιστούν κάτι πιο πιασάρικο, μήπως πιάσουν το κοινό των εξτρίμ σπορ.
Οπότε, φαντάζομαι, θα τα πούμε στο επόμενο «Περπατώ και τρέχω και κάνω παρκούρ στην πόλη μου, το βράδυ, με τη Σελήνη στην 17η μοίρα του Λέοντα, ενώ με κυνηγάει ο κακός ο λύκος, ντυμένος γιαγιά Ντακ».