Αθωωτική ήταν η απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, για τους τρεις, επί 17 μήνες φυλακισμένους, αξιωματικούς της Λιμενικής Αρχής Μυκόνου, οι οποίοι είχαν κατηγορηθεί, πριν 2 περίπου χρόνια, για εκτεταμένο εμπόριο ναρκωτικών.
Η πολύκροτη αυτή, για τα δεδομένα των Κυκλάδων, υπόθεση, η οποία είχε έρθει στο φως το φθινόπωρο του 2013, είχε συγκλονίσει τη Μύκονο. Υπενθυμίζεται, πως τον Σεπτέμβριο του 2013 στο πλαίσιο κοινής συντονισμένης επιχείρησης της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων και της Δίωξης Ναρκωτικών – Λαθρεμπορίου του Λιμενικού Σώματος και της Δίωξης Ναρκωτικών της Ασφάλειας Αττικής της ΕΛ.ΑΣ. είχαν συλληφθεί οκτώ άτομα, ανάμεσα στους οποίους και οι δύο λιμενικοί, οι οποίοι ήταν μέλη της σπείρας που διακινούσε ναρκωτικά προς το νησί των Ανέμων, ενώ σε δεύτερο χρόνο, συνελήφθη και ο τότε λιμενάρχης Μυκόνου.
Οι άντρες της Λιμενικής Αρχής, αντιμετώπιζαν κατηγορίες, που αφορούσαν σε σειρά συναλλαγών με εμπόρους ναρκωτικών, αλλά και σε προώθηση των ναρκωτικών ουσιών στο νησί.
Αφορμή για τη διερεύνηση της υπόθεσης, ήταν η καταγγελία ενός συλληφθέντος το 2012 αλβανικής καταγωγής, με την κατηγορία της εμπορίας ναρκωτικών, ο οποίος κατά τη διάρκεια της κράτησής του, είχε υποστηρίξει, ότι ««στενοί συγγενείς μου ήταν αυτοί που γεμίζουν με ναρκωτικά το νησί», όπως επίσης και ότι οι λιμενικοί, που είχαν πραγματοποιήσει τη σύλληψή του, ήταν «και αυτοί εμπλεκόμενοι στη διακίνηση ναρκωτικών».
Έπειτα από την καταγγελία του αλλοδαπού, η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων του Λιμενικού προέβη και σε παρακολούθηση των τηλεφωνικών επαφών των υπόπτων, με τελικό αποτέλεσμα τη σύλληψή τους, στις 24 Σεπτεμβρίου 2013.
Στους αξιωματικούς της Λιμενικής Αρχής αποδόθηκε, όπως προέκυψε μόνο από την «απόδοση» των τηλεφωνικών συνομιλιών, ότι συναλλάσσονταν με εμπόρους ναρκωτικών, μέλη του κυκλώματος, ότι χρηματίζονταν συστηματικά από πράκτορες και πλοιάρχους σκαφών, προκειμένου να εξασφαλίζουν σε αυτούς θέσεις ελλιμενισμού, όπως επίσης και ότι αναλάμβαναν, κατόπιν αμοιβής, τη φύλαξη κατοικιών διάφορων επωνύμων επισκεπτών του νησιού.
«Περίεργες» συμπεριφορές σε κύκλους των Λιμενικών Αρχών
Η αθώωση των τριών κατηγορουμένων λιμενικών, προέκυψε από τη διαπίστωση του Τριμελούς Εφετείου, ότι οι αξιωματικοί, για διάστημα αρκετών μηνών, επιχειρούσαν να παρεισφρήσουν σε κυκλώματα εμπόρων ναρκωτικών, που δραστηριοποιούνταν στο νησί της Μυκόνου, αλλά και πως η σύλληψή τους, ήταν αποτέλεσμα σκοπιμοτήτων.
Πιο συγκεκριμένα, ύποπτος θεωρήθηκε ο ρόλος ορισμένων άλλων αξιωματικών του Λιμενικού της Μυκόνου, οι οποίοι, όπως διαπιστώθηκε κατά την εξέταση της υπόθεσης και σύμφωνα με νομικούς κύκλους, επέμειναν στη σύλληψη των συναδέλφων τους, παρά το γεγονός, ότι ήταν γνώστες της επιχείρησης των κατηγορούμενων αξιωματικών εντός του κυκλώματος των εμπόρων ναρκωτικών.
Σύμφωνα δε με καταγγελίες, δύο από αυτούς, είχαν κληθεί ως μάρτυρες υπεράσπισης στην εκδίκαση της υπόθεσης καταδικασθέντος εμπόρου ναρκωτικών, ο οποίος εμπλεκόταν και στην υπόθεση της Μυκόνου. Επιπλέον, είχαν εμφανιστεί και στη δίκη συναδέλφου τους από το Γύθειο, ο οποίος επίσης είχε επικαλεστεί, ότι είχε επαφές με λαθρεμπορικό κύκλωμα, προκειμένου να αντλήσει στοιχεία. Ο αξιωματικός είχε τότε καταδικαστεί σε πολυετή κάθειρξη, καθώς οι ισχυρισμοί του δεν επιβεβαιώθηκαν.
Αιχμές για «σκοπιμότητα» στην επιμονή συναδέλφων για τη σύλληψή τους
Όσον αφορά στην υπόθεση της Μυκόνου, μετά την προφυλάκισή τους, οι αξιωματικοί στις απολογίες τους σημείωσαν, ότι είχαν προχωρήσει στην εξιχνίαση 32 σχετικών υποθέσεων, από την ανάληψη των καθηκόντων τους από το 2011 έως τη σύλληψή τους, ενώ οι προκάτοχοί τους, δεν είχαν προχωρήσει σε καμία εξιχνίαση υπόθεσης ναρκωτικών, σε διάστημα μιας τετραετίας (2007-2011).
Παράλληλα, δικαιολόγησαν την απόδοση των τηλεφωνικών συνομιλιών τους με μέλη του κυκλώματος, διευκρινίζοντας, πως οι επαφές είχαν πραγματοποιηθεί, στο πλαίσιο της προσπάθειας των αξιωματικών να «παγιδεύσουν» τους εμπόρους ναρκωτικών. Επιπλέον, σύμφωνα με τα όσα ανέφεραν, «λόγω του μικρού αριθμού λιμενικών στο νησί ήταν πασίγνωστη η ιδιότητά μας και δεν θα μπορούσαμε να παρουσιαστούμε ως ενδιαφερόμενοι αγοραστές ναρκωτικών, με απόκρυψη της ιδιότητάς μας, όπως συμβαίνει σε άλλα μεγάλα λιμάνια, στην ΕΛ.ΑΣ., στο ΣΔΟΕ κ.α. Έτσι λοιπόν, εμφανιζόμαστε σαν διεφθαρμένοι και τάζαμε εξυπηρετήσεις, που δεν θα μπορούσαμε να προσφέρουμε λόγω αναρμοδιότητας».
Παράλληλα, οι κατηγορούμενοι λιμενικοί ανέφεραν, ότι οι ανώτεροί τους ήταν ενήμεροι για το σύνολο των ενεργειών τους, αλλά και ότι διατηρούσαν πληροφοριακά δελτία για τις ενέργειές τους σε υπολογιστές της υπηρεσίας τους.
Σε μια επιπλέον προσπάθεια να αποδείξουν την αθωώτητα τους, οι κατηγορούμενοι επεσήμαναν, πως κατά τη σύλληψή τους δεν είχαν κανένα περιουσιακό στοιχείο, ενώ δεν είχαν και κάποιο αξιόλογο ποσό χρημάτων στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς.
Τέλος, οι λιμενικοί τόνισαν, όσον αφορά στον καταγγέλλοντα στην υπόθεσή τους Αλβανό έμπορο ναρκωτικών, ο οποίος εν τέλει καταδικάστηκε για τις αξιόποινες πράξεις του, ότι ενώ αρχικά δεν είχε κατηγορήσει τους αξιωματικούς της Λιμενικής Αρχής, που πραγματοποίησαν τη σύλληψή του, αλλά η καταγγελία αυτή προέκυψε εκ των υστέρων. Επιπροσθέτως, οι κατηγορούμενοι αναφέρθηκαν σε σκοπιμότητα, από πλευράς των ελεγκτών του Λιμενικού, οι οποίοι τους κατηγόρησαν με «χαρακτηριστική ευκολία», παρά το γεγονός ότι ήταν γνώστες των παρασκηνιακών μεθόδων, οι οποίες είναι συνήθης πρακτική να εφαρμόζονται για την εξιχνίαση υποθέσεων εμπόρων ναρκωτικών.
«Η μεθόδευση να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας»
Στο τέλος της δικαστικής διαδικασίας, η εισαγγελέας του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, η οποία άκουσε τους τρεις λιμενικούς, οι οποίοι έμειναν σταθεροί στους αρχικούς τους ισχυρισμούς, στην πρότασή της υποστήριξε, πως κατέβαλλε προσπάθεια ημερών, προκειμένου να εντοπίσει στοιχεία σε βάρος τους, όμως αυτό δεν κατέστη δυνατό, γεγονός που οδήγησε και στην παμψηφεί αθώωση των αξιωματικών.
Ο δικηγόρος, μάλιστα, του ενός εκ των αθωωθέντων, υπογράμμισε, πως «η διαδικασία διερεύνησης της υπόθεσης ήταν άψογη και απέδειξε ότι ο πελάτης μου, αλλά και οι συνάδελφοί του δεν τέλεσαν καμία παράνομη πράξη. Επιπλέον, φάνηκε, ότι σε βάρος τους επιχειρήθηκε μια μεθόδευση, η οποία αποκαλύφθηκε στο δικαστήριο και η οποία πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας».