Πες “μα-μα”. Πες “μπα-μπα”. Γιατί οι πρώτες λέξεις ενός παιδιού είναι “μαμά” και “μπαμπά”; Γιατί δεν είναι “φόβος” και “σιωπή” -εξίσου δισύλλαβα και εύηχα-; Γιατί το μωρό, από την πρώτη κιόλας ημέρα που έρχεται στον κόσμο, ακούει ξανά και ξανά την ίδια κασέτα -μαμά, μπαμπάς”, “μαμά, μπαμπάς”-; Γιατί οι γονείς πασχίζουν να του μάθουν τους ρόλους τους; Για λόγους εγωισμού και προσωπικής ικανοποίησης; Για να φτάσει στα αυτιά όλων ότι έχουν οικογένεια και ένα παιδί που το επιβεβαιώνει με τις κατάλληλες προσφωνήσεις; Ή για να του εξηγήσουν ότι δεν το έφερε ο πελαργός; Τι είναι “μαμά” και “μπαμπάς;” Η τρανή απόδειξη ότι δεν “φύτρωσες” ή δεν έπεσες από τον ουρανό; Γιατί ένα παιδί πρέπει να γνωρίζει από την κούνια ότι έχει μαμά και μπαμπά; Για να ξέρει από ποιον θα ζητήσει μπούα, μαμ και άτα ή για να αναζητήσει σε εκείνους περισσότερα από αυτά που θα του προσέφερε μία γκουβερνάντα; Ποιο είναι το πραγματικό νόημα των λέξεων πίσω από τις ταμπέλες; Αν το παιδί τις ακολουθήσει, θα βρει το δρόμο ή θα οδηγηθεί σε αδιέξοδο επειδή κάποιοι βιάστηκαν να τις τοποθετήσουν;
Μην πεις τίποτα. Πολλές φορές, μπερδεύουμε τους ρόλους. Του εργοδότη και του εργαζομένου, του άντρα και της γυναίκας, του παιδιού και του παπαγάλου. Μαθαίνουμε και στους δυο να μιλούν, να επαναλαμβάνουν όσα ακούνε και όταν δεν μας ευχαριστούν άλλο, τους προστάζουμε να σταματήσουν. Στην περίπτωση του παπαγάλου, ψάχνουμε για αγοραστή. Στην περίπτωση του παιδιού, αρκούμαστε σε υποδείξεις. Διευκρινίζουμε τι θέλουμε να ακούμε, τι πρέπει να λέγεται και τι είναι αυτό που δεν θα πρέπει ποτέ να βγει από το στόμα του. Η “μαμά” και ο “μπαμπάς” ήταν οι πρώτες λέξεις που έμαθε να προφέρει και τώρα είναι οι τελευταίες που θα πρέπει να αρθρώσει, εφόσον προσωπικές επιλογές του στερούν αυτό το δικαίωμα. Ο παπαγάλος συνεχίζει να μονολογεί κάτω από άλλη στέγη, όμως το παιδί μυείται στη σιωπή. Κρύβει τον πόνο του, πνίγει το θυμό του, καταπίνει την αλήθεια του και σκύβει το κεφάλι, αδυνατώντας να βρει δίπλα του ένα χέρι που θα σηκώσει το μέτωπό του και θα ελευθερώσει τις λέξεις από τα χείλη του.
Λόγια κομμάτια Σε έναν κόσμο όπου οι μάσκες αρχίζουν να πέφτουν η μία μετά την άλλη, το κυνήγι της αλήθειας είναι πιο επίμονο και από την καταδίωξη μαγισσών στον Μεσαίωνα. Ψάχνεις απεγνωσμένα ένα μέρος να κρυφτείς, χωρίς να φαντάζεσαι ότι οι “κυνηγοί” σου μπορεί να βρίσκονται στο διπλανό δωμάτιο. Κλείνεις μόνος σου το φερμουάρ, όταν αντιλαμβάνεσαι ότι η αποδοκιμασία εντός των τεσσάρων τοίχων είναι προπομπός της κοινωνικής καταδίκης που σε περιμένει εκεί έξω. Όταν η διαφορετικότητα αντιμετωπίζεται ως κάτι κακό και το λιβάνι αναδύεται πρώτα από το δικό σου σπίτι, προτιμάς να μείνεις φιμωμένος παρά να σπάσεις τον κύκλο της σιωπής, του φόβου και της μιζέριας. Βουλιάζεις στην κινούμενη άμμο, μα δε ζητάς βοήθεια από κανέναν. Επιλέγεις μόνος σου τα καρφιά και ανεβαίνεις με τη θέλησή σου επάνω στο σταυρό, αποδεχόμενος την τιμωρία για τον τρόπο που μιλάς, που κινείσαι, που ανασαίνεις, που αγαπάς και δίνεσαι. Η τελευταία λέξη σου δεν είναι κάποια από αυτές που πρόβαρες στη βρεφική σου ηλικία, αλλά εκείνη που μαρτυρά την προσμονή σου για την αλήθεια. “Αντίο”.