«Μνημείον μη επώνυμον ή τάφος, είναι προς τιμήν των εν πολέμω πεσόντων εις την σύγχρονην εποχήν τοιαύτα μνημεία ανηγέρθησαν μετά τον πρώτον παγκόσμιον πόλεμον εις διαφόρους πόλεις των περισσοτέρων χωρών του κόσμου. Η ίδρυσις παρόμοιου μνημείου δια τους πεσόντας κατά τον αγώνα του 1821 απεφασίσθη το πρώτον εν Ελλάδι υπό του Δήμου Ερμουπόλεως Σύρου την 16ην Ιανουαρίου 1858. Η εκτέλεσις του έργου επραγματοποιήθη τω 1889 βάσει σχεδίου του Γ. Βιτάλη. Το εν Αθήναις μνημείον του Αγνώστου Στρατιώτου ιδρύθη εις την προ των Παλαιών Ανακτόρων - σημερινής Βουλής - πλατείαν και είναι έργον των Δημητριάδου και Ροκ. Παριστά ανάγλυφον μορφήν πεσόντος αρχαίου οπλίτου. Τα αποκαλυπτήρια του έργου εγένοντο κατά τον εορτασμόν της 25ης Μαρτίου 1932 υπό του τότε Αντιπροέδρου της Κυβερνήσεως Α. Μιχαλακοπούλου και του Προέδρου της Βουλής Θεμ. Σοφούλη, όστις και εξεφώνησε τον σχετικόν λόγον»
Το πρώτο Μνημείο στην Ελλάδα
Κύριο μέλημα των Ερμουπολιτών, από τα πρώτα χρόνια της δημιουργίας της πόλης τους, ήταν να τιμήσουν αυτούς που έπεσαν στον Αγώνα, αλλά και όσους βοήθησαν με το έργο και τη διδασκαλία τους στην πνευματική αναγέννηση του τόπου. Η πρόταση για την ανέγερση του μνημείου χρονολογείται από το 1858 όταν, με την ευκαιρία των εορτασμών για την εικοσιπενταετία της βασιλείας του Όθωνα, ο τότε Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου της Ερμούπολης, Ζαννής Βούρος πρότεινε, υιοθετώντας παλαιότερη ιδέα, μαζί με την προτομή του βασιλιά, να στηθεί…. «μεγαλοπρεπές Μνημείον υπέρ των υπέρ Πίστεως και Πατρίδος απαγχονισθέντων, σφαγιασθέντων και κατά τον Ιερόν Αγώνα πεσόντων Ελλήνων και Φιλελλήνων ων τα οστά κείνται άταφα εν γη Ελληνική μεν αλλά δούλη». Για την τοποθέτηση του μνημείου ορίστηκε η κορυφή του λόφου Δήλι, όπου σήμερα υψώνεται ο Ιερός Ναός της Ανάστασης του Κυρίου.
Η εισήγηση του Ζ. Βούρου, ο πατέρας του οποίου είχε απαγχονισθεί από τους Τούρκους κατά την καταστροφή της Χίου, διαπνέεται από έντονο πατριωτισμό και πίστη στα ιδανικά που καταξίωσαν των Αγώνα της Ανεξαρτησίας: «…θέλομεν κοσμήσει την υφ’ ημών ανεγερθείσαν και οικιστείσαν πόλιν» έγραφε, «δια Μνημείου αφθίτου διδάσκοντος τους μεθ’ ημάς ότι ανδρών Ελλήνων είναι απόγονοι, τον δε καταπλέοντα ξένον ερωτώντα περί του υπέρ την πόλιν ιδρυμένου περιφανούς Μνημείου πληροφορούντος, ότι ίδρυται ατάφων Ηρώων της τε Χριστιανικής πίστεως και της Ελληνικής Ελευθερίας μαρτύρων, Ιερά Μνήμη».
Την ίδια χρονιά θα υποβληθούν δύο διαφορετικά σχέδια για το μνημείο, του οποίου όμως η κατασκευή θα αναβληθεί για οικονομικούς λόγους. Η Δημοτική απόφαση για τη δημιουργία αρχαιοπρεπούς Ηρώου ανανεώθηκε το 1870 και λίγο αργότερα το 1872 ο Δήμος ανέθεσε στον διάσημο γερμανό αρχιτέκτονα Ερνέστο Τσίλλερ να σχεδιάσει το Ηρώο και ένα ναό για τον λόφο Δήλι. Ο ναός τελικά θα αναγερθεί σε σχέδια του Δ. Ελευθεριάδη, αλλά η κατασκευή του μνημείου και πάλι θα αναβληθεί. Το 1879 ο ηλικιωμένος πλέον Ζ. Βούρος, αποχωρώντας από το Δ. Συμβούλιο θα επαναφέρει την πρότασή του, η οποία έγινε άμεσα δεκτή.
Ο γλύπτης Γ. Βιτάλης ανέλαβε την κατασκευή του έργου και ζήτησε τη γνώμη του Ερνέστου Τσίλλερ. Το έργο ήταν έτοιμο το 1880. Οι Δημοτικοί Σύμβουλοι είχαν διαφορετικές απόψεις για την θέση της τοποθέτησης του μνημείου. Τελικά τα αποκαλυπτήρια έγιναν το 1887 στο Δήλι από τον Δήμαρχο Δ Βαφιαδάκη χωρίς την έγκριση του Δημοτικού Συμβουλίου. Στη βάση του ενταφιάστηκαν τα οστά του Μητροπολίτη της Χίου Πλάτωνος Φραγκιάδη.
Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου
Ο υπέρλαμπρος Ναός του Αγίου Νικολάου «αποδέχτηκε» στο κηπάριό του το υπέροχο μνημείο των Άταφων Πεσόντων, με τη σύμφωνη γνώμη του Δημοτικού Συμβουλίου, το 1888. Από τότε έως σήμερα, ο κάθε επισκέπτης ενθουσιάζεται με την μοναδική εικόνα που παρουσιάζει το καταπράσινο τριγωνικό κηπάριο που βρίσκεται προ του μνημειώδους κλιμακοστασίου της εισόδου του ναού. Το Ιωνικό πρόπυλο της εισόδου διακρίνεται πίσω από την πυκνή βλάστηση και τα μαρμάρινα καμπαναριά προβάλλουν πάνω από τα φοινικόδεντρα συνθέτοντας μιαν αναπάντεχη και γαλήνια εικόνα. Στο κέντρο του μικρού κήπου είναι τοποθετημένο το Ηρώο, το πρώτο της νεώτερης Ελλάδας, αφιερωμένο στους άταφους, άμαχους και πολεμιστές που χάθηκαν στον απελευθερωτικό αγώνα.
Το Ηρώο είναι μεγάλη μαρμάρινη στήλη σε μορφή ναΐσκου που εδράζεται πάνω σε τρεις βαθμίδες. Τέσσερις επίπεδες παραστάδες σε βάση, στην κάθε γωνία, απολήγουν σε δωρικά κιονόκρανα που υποβαστάζουν το επιστήλιο και το γείσο. Το μνημείο επιστέφεται με σαρκοφάγο, διακοσμημένη με γιρλάντες, πάνω στην οποία αναπαύεται μεγαλόσωμο λιοντάρι.
Ανάγλυφη, σχεδόν ολόγλυφη, μορφή γυναίκας, πιθανόν η Ελλάδα, εικονίζεται γονατιστή στην κύρια όψη. Κρατά στο αριστερό της χέρι κλαδί δάφνης, ενώ με το δεξί χαράσσει το αρχαιοπρεπές επίγραμμα στη μνήμη των «Ατάφων ηρώων»:
ΔΟΥΛΕΙΝ ΣΤΥΓΕΡΗΝ ΠΟΤΕ ΦΟΝΟΝ ΑΙΜΑΤΟΕΝΤΑ
ΦΕΥΓΟΝΤΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ ΗΜΕΤΕΡΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ
ΠΟΛΛΩΝ ΕΚ ΠΟΛΙΩΝ, ΟΙ ΜΕΝ ΜΟΓΙΣ ΕΞΕΣΑΩΘΕΝ
ΣΥΡΟΝ, ΤΟΥΣ Δ’ ΑΡΑ ΠΡΙΝ ΜΟΙΡΑ ΚΙΧΕΝ ΘΑΝΑΤΟΥ
ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΥΠΟ ΧΕΙΡΙ ΤΑΦΟΣ Δ’ ΟΥΔΕΙΣ ΕΚΑΛΥΨΕΝ
ΙΜΕΡΤΗΣ ΦΘΙΜΕΝΟΥΣ ΕΙΝΕΚ’ ΕΛΕΥΘΕΡΙΗΣ.
ΤΟΥΣ ΟΛΟΦΥΡΟΜΕΝΟΙ ΚΕΝΟΝ ΕΙΣΑΜΕΘ’ ΕΝΘΑΔΕ ΣΗΜΑ
ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΦΙΣΙΝ ΟΙ ΝΑΙΟΜΕΝ ΕΡΜΟΥΠΟΛΙΝ
ΕΓΕΝΕΤΟ ΤΟ ΗΡΩΩΝ ΤΟΔΕ ΕΤΕΙ ΑΠΟ ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΩΠ’
Απόδοση στην απλή Ελληνική γλώσσα από τον Φιλόλογο κ. Αλέξανδρο Μαρκουΐζο:
Τη σκλαβιά τη στυγερή
και την αιματοσταγή του πολέμου αποφεύγοντας σφαγή
από πολλές πόλεις οι πατέρες μας
άλλοι μόλις στη Σύρο σώθηκαν,
κι άλλους πρόωρα τους σκέπασε θανάτου μοίρα,
από χέρι Οθωμανικό και τάφος δεν τους κάλυψε ουδείς,
πεσόντες υπέρ ελευθερίας της ποθητής.
Τούτους θρηνώντας και εμείς που την Ερμούπολη οικούμε,
με δημόσια δαπάνη ανεγείραμε εδώ τον τάφο τούτο τον κενό.
Τούτο το Ηρώο έγινε το 1880
Βιβλιογραφία: Α.Ι. ΡΟΔΟΚΑΝΑΚΗ - ΚΡΙΝΟΥ: «Το Υπέρτατον Κάλλος»
Ι. ΤΡΑΥΛΟΥ - Α. ΚΟΚΚΟΥ «Ερμούπολη»