Φαντάσου να ζούσαμε σε έναν κόσμο, όπου σπίτι μας θα ήταν το Ειρηνοδικείο, ιδιοκτήτης ο δικαστής και γείτονες οι ένορκοι. Θα λύναμε όλες τις διαφορές μας δια της δικαστικής οδού, χωρίς μάλιστα να μπούμε στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων, ώστε να μην ξεχειμωνιάσουμε στο εδώλιο του κατηγορουμένου.
Θα είχαμε ένα ταγεράκι “πλύνε-βάλε” και θα ορκιζόμασταν περισσότερες φορές και από την Αλέξια σε ολόκληρη την καριέρα της. Θα είχαμε αποστηθίσει τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ενώ θα φωνάζαμε δικαστές, δικηγόρους και εισαγγελείς με τα μικρά τους ονόματα. “Γεια σου Κώστα!”. “Γεια σου Πέτρο!”. “Γεια σου Βίρνα!”.
Θα λέγαμε την αλήθεια χωρίς φόβο και πάθος, ενώ στα σκούρα, θα αρχίζαμε τα “να φύγουμε Νίκο μου, να πληρώσουμε και να φύγουμε”, έχοντας καλέσει στο μεταξύ την κολλητή μας, είτε για ενισχύσεις, είτε για να μας χώσει στο μπουντρούμι μια ώρα αρχύτερα.
Θα είχαμε προσλάβει έναν νέο και γοητευτικό δικηγόρο σαν τον Κιάνου Ριβς και όποτε αυτός έχανε τις δίκες, θα τον στέλναμε στον Διάβολο. Θα χαράζαμε τα αρχικά μας στα έδρανα του δικαστηρίου και με τον καιρό θα είχαμε μεταφέρει εκεί κάποια προσωπικά μας αντικείμενα, όπως μία αλλαξιά ρούχα, μία φωτογραφία από τις διακοπές μας στην Αντίπαρο, σοκολάτες και ένα tablet για να χαζεύουμε το “Διά ταύτα” του Λαζόπουλου.
Ο ρόλος μας θα εναλλασσόταν διαρκώς και μόλις ολοκληρώναμε τον κύκλο μας, θα ξεκινούσαμε πάλι από την αρχή. Άλλες φορές θα εμφανιζόμασταν ως μηνυτές, άλλες ως κατηγορούμενοι, άλλες ως μάρτυρες και άλλες ως ένορκοι, ενώ σε στιγμές κορύφωσης θα φωνάζαμε “όχι άλλο κάρβουνο” για να τραβήξουμε την προσοχή κοινού και Τατιάνας Στεφανίδου.
Θα μηνύαμε κόσμο για ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς, ακόμα και για τον ενοχλητικό τρόπο με τον οποίο μασάει την τσίχλα του. Θα καταγγέλαμε όσους δεν είναι του γούστου μας για προσβολή της προσωπικής μας αισθητικής, τον μανάβη που μας πάσαρε σάπιες φράουλες, τον φούρναρη επειδή μας πούλησε το ψωμί που είχε περισσέψει από τον Μυστικό Δείπνο, την κυρία στο ταμείο του σούπερ μάρκετ που μας πήρε τη θέση με δύο γεμάτα καρότσια, καθώς και τη διπλανή μου στο σινεμά, η οποία έπαθε κοκκύτη και δεν μας άφησε να δούμε ταινία.
Θα μηνύαμε τη μαμά μας, που μας έταξε σολομό και εν τέλει μας έφερε μπάμιες, εκείνον που άσκησε κριτική για τη δουλειά μας, κάνοντας υποδείξεις, τον Κινέζο τουρίστα που αν και τον απειλήσαμε, εξακολουθεί να τραβάει αβέρτα κουβέρτα φωτογραφίες, χωρίς να μας ρωτήσει, τον δημοσιογράφο που μας πήρε μία δήλωση, χωρίς να μας ενημερώσει ότι θα τη δημοσιεύσει και το αδέσποτο που μαγάρισε το χαλάκι του μαγαζιού μας.
Στον κόσμο αυτό, ακόμα και οι ταινίες της Ντίσνεϊ θα είχαν ένα διαφορετικό φινάλε, έξω από τα συνηθισμένα. Για παράδειγμα, η Πεντάμορφη δεν θα ερωτευόταν το Τέρας, αλλά θα τον έσερνε στα δικαστήρια, με την κατηγορία τόσο της απαγωγής, όσο και της αυξημένης τριχοφυΐας. Ο Έρικ θα μήνυε την Άριελ επειδή του βρωμάει ψαρίλα, ο Τζον Σμίθ την Ποκαχόντας, επειδή δεν έβγαλε το μουστάκι της και η Χιονάτη τη μητριά της επειδή το μήλο που της έδωσε δεν ήταν φιρίκι.
Εξάλλου, ο ρομαντισμός είναι το τελευταίο πράγμα που σε ενδιαφέρει, όταν πασχίζεις να βρεις το δίκιο σου. Σε μία εποχή, όπου όλα είναι ρευστά και το μέλλον σου αβέβαιο, δεν μπορείς να χαϊδεύεις όλους όσοι δεν μπορούν να αφουγκραστούν τις ανησυχίες σου. Δεν έχει σημασία αν δε διαθέτεις αίσθηση του χιούμορ, αν στο σχολείο την ώρα των φιλολογικών μαθημάτων έγραφες στιχάκια του Πουλόπουλου στο βιβλίο σου, αν είσαι ευθυνόφοβος και δειλός, ή αν νομίζεις λανθασμένα ότι όλος ο κόσμος περιστρέφεται γύρω από σένα.
Από τη στιγμή που οι υπόλοιποι αδιαφορούν για τη δεινή θέση στην οποία βρίσκεσαι και προτιμούν να κοιτάζουν τα δικά τους προβλήματα, η “καραμέλα” είναι μία...μήνυση, γιατί έτσι μας αρέσει. Όλοι πλέον είναι ετοιμοπόλεμοι, δε σηκώνουν μύγα στο σπαθί τους, δε δέχονται δικαιολογίες. Έσφαλες, άνθρωπέ μου; Θα πληρώσεις. Δεν έσφαλες; Πάλι θα πληρώσεις, γιατί έχω ήδη δώσει τα 100 ευρώ του παραβόλου.
Μήπως τελικά η στροφή στη δικομανία είναι ο τρόπος για να αποκτήσει η ζωή μας μεγαλύτερο ενδιαφέρον; Για να μην αναρωτιόμαστε μόνο για το τι φαγητό θα μαγειρέψουμε αύριο, αλλά και για το ποιον θα μηνύσουμε; Μήπως η εμμονή μας να αναζητούμε συνεχώς τους φταίχτες για την κατάστασή μας είναι ένα χόμπι, που θα έπρεπε να αναγράφεται στο βιογραφικό μας; Μήπως μπορεί να μας ανοίξει το δρόμο για μία μελλοντική καριέρα στην Ευελπίδων;
Το πρόβλημα βέβαια είναι ότι πολλές φορές η γραμμή ανάμεσα στη θρασύτητα και την αγένεια είναι λεπτή, οπότε απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή, γιατί εκεί που νομίζεις ότι παίζεις με το χιόνι, κοιτάζεις τα χέρια σου και είναι κατάμαυρα. Γι' αυτό βεβαιώσου εξ' αρχής ότι αυτό που κρατάς δεν είναι κάρβουνο και μετά, διασκέδασε με την ψυχή σου.