Ο πολιτισμός είναι ένα μεγάλο «χωράφι». Ο καθένας παίρνει εύκολα μία τσάπα και αρχίζει να σκάβει. Άλλος φυτεύει ραπανάκια, άλλος αγγουράκια, οι πιο έμπειροι περιβόλια ολόκληρα και κάποιοι ανοίγουν μόνο τρύπες. Όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα, η δράση «βαφτίζεται» πολιτιστική και ο «αγρότης», επαγγελματίας και εν δυνάμει, προσδοκά να βρεθούν ενδιαφερόμενοι που θα «αγοράσουν» τη σοδειά του. Όλα τα οπωροκηπευτικά τοποθετούνται σε έναν πάγκο και περιμένουν το πορτοφόλι που θα τα διαχωρίσει από το μπούγιο. Ποια από αυτά αξίζουν μια θέση στη φρουτολεκάνη μας και ποια θα συνεχίσουν να κάνουν ηλιοθεραπεία στα stands των μανάβικων; Το ερώτημα αυτό βασανίζει ετησίως όσους επιθυμούν να διεκδικήσουν ένα κομμάτι της πίτας στον «πρωτογενή τομέα» του νησιού μας, όπου η παραμικρή εκδήλωση ανέκαθεν συνοδευόταν από το επίθετο «πολιτιστική». Αυτό είχε ως συνέπεια ο πολιτισμός να μετατραπεί σταδιακά σε σούπα με διαφορετικά και ανόμοια υλικά, τα οποία προστίθενται όλα σε μία κατσαρόλα για να μείνουν ικανοποιημένοι, κυρίως αυτοί που τα παρασκευάζουν. Τα τελευταία χρόνια καταβάλλονται αλλεπάλληλες προσπάθειες για την εξέλιξη της συνταγής, ωστόσο, ακόμα και σήμερα πολλές κουταλιές έχουν την ίδια γεύση. Κάποιες δόσεις είναι μεγαλύτερες με αποτέλεσμα να μονοπωλούν το ενδιαφέρον στο πιάτο και τη στοματική μας κοιλότητα.
Τι μπορεί να κάνει ένας μάγειρας για να χριστεί «master chef»; Ο στόχος δεν είναι εύκολος, καθώς ο υποψήφιος θα πρέπει να μεγαλουργήσει σύμφωνα με τα διαθέσιμα μέσα (υλικά και σκεύη). Μπορεί να ονειρευόσουν ένα μενού με πάπια Πεκίνου, σολομό από τη Σκωτία και χαβιάρι από τη Ρωσία, όμως όταν στο κουτί σου έχεις σαρδέλες, τσίπουρο και ταραμά, θα πρέπει να ξεχάσεις τα γκουρμεδιάρικα και να φτιάξεις τον μεζέ, που σου ζητήθηκε. Πολλές φορές βέβαια, επικρατεί η άποψη ότι τα συγκεκριμένα πιάτα κοστίζουν πολύ λιγότερο από αυτά που εσύ είχες στο μυαλό σου. Κι εδώ πέφτουμε στο πρώτο σφάλμα το οποίο, δυστυχώς, θα κουβαλάνε για πολλά χρόνια στην πλάτη τους τόσο αυτοί που το έκαναν, όσο κι αυτοί που το κληρονόμησαν. Όταν επί σειρά ετών, δαπανούνται υπερβολικά ποσά για φαγητά που ανά πάσα ώρα και στιγμή μπορεί να έχεις στο τραπέζι σου, οποιαδήποτε απόπειρα «ψαλιδίσματος» θεωρείται κατακριτέα και αθέμιτη. Ως εκ τούτου, σε κάποιες περιπτώσεις το budget μειώνεται, χωρίς όμως η ζυγαριά να έχει έρθει στα ίσα της.
Ένα τραπέζι για να θεωρείται επιτυχημένο, θα πρέπει να περιλαμβάνει μία ποικιλία πιάτων, προκειμένου, κανείς από τους καλεσμένους να μη μείνει με την όρεξη. Η ιστορία αποδεικνύει βέβαια, ότι στα δικά μας τραπεζώματα, κάποιοι τρώνε λιγότερο έναντι άλλων, που επικαλούνται σοβαρούς λόγους για να λαμβάνουν σε μόνιμη βάση μεγαλύτερη μερίδα. Η διατήρηση των τοπικών παραδόσεων και εθίμων αποτελεί διαχρονικά ένα ισχυρό κίνητρο για να γεμίσουν ορισμένοι αρκετές φορές το πιάτο τους. Στο επιχείρημα αυτό έχουν βασιστεί πολλοί, που συνηθίζουν να απλώνουν το χέρι τους για οτιδήποτε συμβάλλει, κατά τη γνώμη τους, στην ανάδειξη του πολιτιστικού προϊόντος του νησιού μας. Έτσι, εορτασμοί σε παραλίες, χοιροσφάγια ή πανηγυράκια τοπικής εμβέλειας έχουν φτάσει στο σημείο να διεκδικούν το ίδιο μερίδιο με αξιόλογες θεατρικές παραγωγές, μουσικές συναυλίες και λοιπές καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Η βασική διαφορά μεταξύ των δύο κατηγοριών έγκειται στην ύπαρξη εσόδων. Η εκδήλωση που έχει εισιτήριο δεν επιχορηγείται, ενώ μία εκδήλωση με ελεύθερη είσοδο για το κοινό, τσιμπάει το κατιτίς της. Έτσι, οδηγούμαστε στο δεύτερο ερώτημα. Η επιχορήγηση που λαμβάνει μία εκδήλωση τοπικού χαρακτήρα την καθιστά αυτομάτως και πολιτιστική; Ή ο χαρακτηρισμός της έχει προέλθει από τα χρόνια διοργάνωσής της; Γιατί ένα πρωτοεμφανιζόμενο χορευτικό φεστιβάλ στην πλατεία με συμμετοχές από όλη την Ελλάδα δεν τυγχάνει της ίδιας αντιμετώπισης από ένα πανηγύρι, με είκοσι χορηγούς πίσω του; Μην ξεχνάμε ότι, εκτός από την ανάδειξη της παράδοσης, τα τελευταία χρόνια δίνεται έμφαση και στην εξωστρέφεια της Σύρου. Οι σύλλογοι που θα επισκεφτούν το νησί για χάρη μιας διοργάνωσης βοηθούν στο σκοπό αυτό. Οπότε, γιατί δυο κεράσματα μετά μουσικής να θεωρούνται σημαντικότερα;
Ναι, ο πολιτισμός είναι ένα μεγάλο «χωράφι». Ο καθένας μπαίνει εύκολα μέσα και φυτεύει. Μέχρι όμως να φτάσουμε στο σημείο να ξεχωρίζουμε τα κουνουπίδια από τα βλίτα, θα χρειαστούμε λίγο παραπάνω χρόνο και για να γίνουμε πιο επιλεκτικοί, αλλά και για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους.