Είναι από εξοργιστικό έως γελοίο αυτό που βιώνουμε καθημερινά, με την προσπάθεια παρουσίασης της φθήνιας ως το απόλυτο μέσο ανάδειξης και προβολής ενός πολιτισμού και την αμφισβήτηση κάθε έννοιας κουλτούρας, λες και πρόκειται για το πλέον μιαρό πράγμα στον κόσμο.
Μέσω απέλπιδων κινήσεων, επιχειρείται η απαξίωση κάθε ενός που αρθρώνει λόγο περί κουλτούρας, γεγονός που αιτιολογείται λόγω αδυναμίας άλλου τρόπου επιβολής του ευτελούς.
Καθώς δεν είναι εύκολο να γίνει άμεσα αντιληπτό το νόημα της κουλτούρας στο μέγεθος και το βάθος του όρου, ας αρκεστούμε αρχικά στην ερμηνευτική απόδοση του Γ. Μπαμπινιώτη, σύμφωνα με τον οποίο πρόκειται για την πνευματική καλλιέργεια ενός ατόμου και δημιουργεί την πολιτιστική και πνευματική παράδοση ενός ολόκληρου λαού.
Τα υποπολιτισμικά προϊόντα απευθύνονται κυρίως στις τάξεις με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, οι οποίες μέσω αυτών βρίσκουν τρόπους έκφρασης ανάλογους του γνωστικού τους εύρους, καθώς αδυνατούν να κατανοήσουν τις πιο εκλεπτυσμένες καλλιτεχνικές φόρμες.
Όλα στον βωμό μίας επιφανειακής διασκέδασης, όπως αυτή προωθείται μέσω μιας επίπλαστης φαντασμαγορίας εκθαμβωτικών προβολέων, στο φως των οποίων μεγαλουργεί το «τίποτα» και το απαστράπτον «κενό».
Από τα ευκαιριακά σουξεδιάρικα άσματα, έως την χυδαία ελαφρότητα της τηλεοπτικής ανοησίας, όλα τα προϊόντα της ευτέλειας πλασάρονται από την καλοστημένη βιομηχανία του θεάματος.
Ένας τεράστιος μηχανισμός προπαγάνδας μέσω διαδικτύου, τηλεόρασης, τύπου, δισκογραφίας και διαφήμισης, έχει στηθεί προς εξυπηρέτηση ενός κερδοσκοπικού παιχνιδιού, επιβάλλοντας κάθε αθλιότητα, σε όσους συνειδητά διατηρεί το σύστημα απαίδευτους.
Κι εμείς τώρα καλούμαστε να καταθέσουμε τον οβολό μας στον βωμό της χυδαιότητας, προκειμένου να κερδίσουμε λίγα δευτερόλεπτα αναφοράς του ονόματος μας από τα χείλη κάθε τυχαίας τηλεοπτικής καρικατούρας.
Μας παρουσιάζεται δε ως θείο δώρο και ως η επιτομή της γενναιοδωρίας, η ευκαιριακή αρπαχτή ως μέσον διαφήμισης, την ίδια στιγμή που η τηλεοπτική αγορά φθίνει και επιζητούνται απελπισμένα πρόθυμοι διαφημιζόμενοι.
Όχι λοιπόν. Εγώ αρνούμαι να υποκλιθώ σε επικοινωνιακά υποπροϊόντα και σε παρακμιακές επιλογές που την επιδιωκόμενη προβολή την καθιστούν προσβολή και τη διαφήμιση δυσφήμιση.
Δεν προτίθεμαι να αποδεχτώ κάθε τι φθηνό, πόσο δε να το πληρώσω κιόλας και να συναινέσω στο να γίνουν διαφημιστές του τόπου μου οι πλασιέ του «εύκολου» και να αλώσουν τον πολιτισμικό του με την αγραμματοσύνη τους και τον κιτς λαϊκισμό που πουλάνε στις μάζες.
Το κέντρο βάρους της ιστορίας που κουβαλά η πόλη διασαλεύεται, καθώς χάνονται οι ισορροπίες δεδομένων αξιών, όταν αντί της προσπάθειας για καθιέρωση της ως πολιτιστική μητρόπολη επιχειρείται η μετατροπή της σε πλατεία του χωριού για πανηγυριώτικα γλέντια.
Και δίπλα στο «εγώ» που αναφέρω να προστεθεί το κάθε «εγώ» όσων δεν διαθέτουν δημόσιο λόγο, αλλά επιθυμούν να τον αρθρώσουν και αναγνωρίζουν στον εαυτό τους την υποχρέωση να υπερασπιστούν την αισθητική τους και την κοινωνική κουλτούρα αυτού του τόπου.