Πάντα μου έκανε εντύπωση ο λαός μας. Ως φάρα (δεν το χρησιμοποιώ υποτιμητικά), έχουμε την μοναδική ιδιότητα, να κλαίμε τη μοίρα μας τη μία μέρα και να γλεντάμε με τη ψυχή μας την άλλη.
Ίσως αυτή η ιδιότητα, είναι και αυτή που μας έχει κρατήσει ακμαίους τόσα χρόνια. Ίσως πάλι και να είμαστε η επιτομή του «οτιναναϊσμού» (η φιλοσοφία του «ό,τι να ‘ναι») και γι’ αυτό πασχίζουμε με νύχια και με δόντια να μας πάρουν στα σοβαρά οι σοβαροφανείς εταίροι μας και όχι μόνο.
Τη μία βδομάδα όλοι στους δρόμους για το ασφαλιστικό και τα φορολογικά, και να σου οι διαδηλώσεις, και να σου τα επεισόδια, και να σου τα τρακτέρια στο Σύνταγμα, και να σου οι τσακωμοί και να σου ο σπαραγμός και να σου το κλάμα για τις περιουσίες που χάνονται.
Την άλλη βδομάδα όλοι στους δρόμους με τα καρναβάλια και ντελαπόνγκο και ντελαπόνγκο και φρου-φρου-φίου φρου-φρου-φίου οι σφυρίχτρες, και σάμπες και ρούμπες και μάμπο αέια και χοροί και ξεφαντώματα και στολές χαρούμενες, πλουμιστές, φαντεζί και ποτά και ξενύχτια.
Την ακριβώς επόμενη μέρα, πιστοί χριστιανοί με τα όλα μας, και να σου τα καλαμαράκια και να σου τα χταποδάκια και να σου οι ευχές για καλή Σαρακοστή (που μεταξύ μας δηλαδή, μόνο κάποιες γιαγιάκες πλέον την τηρούν πιστά, η μεγάλη πλειοψηφία με τα διπλόπιτα και τα κλαμπ σάντουιτς τη γιορτάζει τη Σαρακοστή μέχρι τη Μεγάλη Εβδομάδα) και να σου τα παραδοσιακά τα νησιώτικα, τα βιολιά και οι τσαμπούνες και να σου και το παραδοσιακό πέταγμα του χαρταετού (όπου δηλαδή δεν έπεσε η κατάρα του Φαραώ με τους κατακλυσμούς).
Από σήμερα πάλι – να φανταστώ – πάμε πάλι κλάματα και φωνές και προβλήματα και «να πού μας κατάντησαν οι αλήτες».
Αυτό είναι που δεν μπορώ να καταλάβω. Αυτή την κυκλοθυμία μας, αυτό το: τη μία έτσι, την άλλη γιουβέτσι, την παράλλη κοκορέτσι.
Δεν τη θεωρώ απαραίτητα κάτι κακό, ίσως – όπως ανέφερα και παραπάνω – να είναι αυτά τα ξεσπάσματα, που μας διατηρούν, σε ατομικό επίπεδο, σε μία καλή (σχετικά πάντα) ψυχολογική κατάσταση, παρά τον ορυμαγδό και την καταστροφή, που έχει φέρει η κρίση και που μας δίνει δύναμη, να συνεχίσουμε να παλεύουμε, ακόμη και με τις πιθανότητες να είναι σε βάρος μας.
Ωστόσο, αν παρατηρήσει τη συμπεριφορά μας κάποιος από απόσταση και αντικειμενικά, δεν θα πρέπει να μας ξαφνιάσει το γεγονός, ότι το πόρισμά του μπορεί να είναι, πως είμαστε «του γιατρού».
Διότι δεν γνωρίζω αν υπάρχει κι αλλού στη γη λαός, που τη Δευτέρα βρίζει, την Τρίτη επαναστατεί, την Τετάρτη ξεφαντώνει, την Πέμπτη προσεύχεται, την Παρασκευή κλαίει, το Σάββατο πάει μπαρότσαρκα, την Κυριακή αράζει, με πίτσα και ταινία και πάει λέγοντας.
Πιστεύω ακράδαντα, ότι αυτή η απορία μου δε θα λυθεί ποτέ. Δεν θα βρεθεί ποτέ επιστήμονας να με ενημερώσει εμπεριστατωμένα, ως προς το ποιο ακριβώς είναι το όνομα της ομαδικής ψυχολογικής διαταραχής, που μας διακατέχει σε εθνικό επίπεδο και ποια η γιατρειά της, αν υπάρχει.
Το μόνο σίγουρο είναι, ότι αυτή η διαταραχή δεν περιορίζεται σε πολιτιστικο-ειδή ζητήματα, αλλά και σε όλες τις πτυχές της εθνικής μας ψυχοσύνθεσης. Όπως στην πολιτική. Ψηφίζεις Γκόρτσο, βρίζεις Γκόρτσο, ψηφίζεις Μαντά, βρίζεις Μαντά, θέλεις κυβέρνηση Γκόρτσου με πρωθυπουργό Μαντά, ψηφίζεις Γκόρτσο, βγαίνει Μαντάς, κατηγορείς τον Μαντά για το χάλι της χώρας, πέφτει ο Μαντάς, ξαναβγαίνει ο Γκόρτσος, κατηγορείς το Γκόρτσο για το χάλι της χώρας και λες και ότι δεν τον ψήφισες.
Βλέπετε; Μπορεί να είμαστε μοναδικοί σ’ όλο τον κόσμο και να μη μπορεί κανείς να φτάσει την τρέλα μας, αλλά όπως όλοι οι ψυχασθενείς τούτης της γης, αποτελούμε κίνδυνο κυρίως για τον εαυτό μας.
Τι να πεις;
Καλή Σαρακοστή και ντελαπόνγκο!