Pot-pourri μιας σχέσης που… τέλειωσε (;)

Έντυπη Έκδοση

Σε μία εποχή που όλα, όλα αλλάζουνε και τίποτα δε μένει, μην κολλάς σε μια σχέση τελειωμένη, να κοιτάξεις το δικό σου το καλό. Δε σε ρίχνει τώρα πια, την αγαπάς μεν, αλλά, αν γυρίσεις θα πεθάνεις ακόμα μια φορά και εύχεσαι ούτε στον εχθρό σου να μην τύχει να’ χει τέτοια τύχη και μια αγάπη σαν και τη δική της κι άλλον να πετύχει.

Δε μιλάτε. Δε μιλάτε πια, δε μιλάτε. Φτάνει μια ματιά και γυρνάτε, πρόσωπο αλλού και πλάτη. Την καρδιά σου πλήγωσε, σε έκανε και πόνεσες, αυτή δε σ’ εκτιμά, ούτε σε πονά. Άπονα σου φέρθηκε, σκέφτεται παράλογα. Και εύχεσαι μακριά σου να φύγει, να φύγει, να φύγει δε θέλεις ξανά να τη δεις. Αλλά είναι αγάπη μου αυτή η επιμονή της, μια κυρία που έμαθε να μην τα παρατά. Κι απορείς αν αισθάνεται τύψεις, απορείς αν αισθάνεται τύψεις κι αν τα βράδια ο ύπνος την πιάνει, μ’ όλα αυτά που σε σένα (και όχι μόνο) έχει κάνει… Απορείς!

Αλλά τώρα το σκηνικό αλλάζει. Χαιρετίσματα πες της και να ‘ναι καλά, η καρδιά η δική σου συγχωρεί μια φορά. Δε γυρίζεις στα ίδια, όχι πια, προς Θεού, έχει φύγει σου λέω, τώρα είναι αλλού. Κι αφού βάλεις σε μια τάξη τα ασυμμάζευτα, θα της πεις «αν είσαι εντάξει, τώρα μάζευ’ τα», κι αν κρατάει το χαρακτήρα τον αλύγιστο, να πάρει το δρόμο, που της πρέπει, της διπλωματικής υποβίβασης και του συμβιβαστικού διακανονισμού.

Και ούτε καλημέρα, από δω και πέρα, ούτε καλημέρα, πια δε θα της πεις. Από κει και πέρα, παράλληλα. Θα περπατάτε παράλληλα κι όλα θα είν’ ακατάλληλα, για να σμίξετε πάλι. Η πολιτική, σας το’ χα πει, θέλει ψυχή και φαντασία, εσείς όμως την καταντήσατε μια τυπική διαδικασία…

Αλλά τι να κάνεις; Καλή καρδιά, αγάπη μου γλυκιά, κοίτα που δε σας βγήκε τελικά. Τόσο ήτανε λοιπόν, η συνεργασία σας σχεδόν, μετρούσε κάποιους μήνες. Και γι’ ασήμαντη αφορμή το Εγώ σας απειλεί, σας χώρισε, το είδες. Τι; Τι μπήκε ανάμεσά σας τι; Φταίει εκείνη ή φταις εσύ; Καθόλου τώρα δε με νοιάζει. Γιατί υπήρχαν όρκοι, υπήρχαν όρκοι, που για κείνηνε τους πάτησες, υπήρχαν λόγοι, υπήρχαν λόγοι, που για κείνηνε δεν κράτησες.

Και μόλις καθίσετε στο οβάλ γραφείο – από τα Lidl – θα έρθει η ώρα. Τι ήσουνα για κείνηνε; Τι ήτανε για σένανε; Καιρός, λοιπόν, για να λογαριαστείτε. «Σήκω και φύγε, φύγε σου λέω, για ό,τι γίνει, εγώ δε φταίω», να λες εσύ, «δεν πάω πουθενά, πουθενά, πουθενά, εδώ θα μείνω», να λέει εκείνη. «Αν περάσεις την πόρτα τελειώσαμε, αν περάσεις την πόρτα αντίο», να λες εσύ, «βασανίσου, βασανίσου, όπως έστρωσες κοιμήσου», να λέει εκείνη. «Δε θα γίνω έτσι, όπως σου αρέσει, ξέχνα το. Να παρακαλάω για να σου μιλάω, ξέχνα το», να λέει εκείνη, «σου βάζω δύσκολα κι ας παίζω με τα νεύρα σου, τον χαρακτήρα μου τον φτιάξανε τα έργα σου», να λες εσύ.

Διαφήμιση

Και αφού ο κόμπος έφτασε στο χτένι, όλα τελειώσαν, δίχως συγγνώμη, δίχως μια γνώμη φιλική, μια αγκαλιά επαγγελματική, απλά τελειώσαν. Τραβάς λοιπόν σ’ όλα μια κόκκινη γραμμή, σβήνεις μια συνεργασία που ‘χε λάθος διαδρομή, μα θα είναι αυτή η πιο μεγάλη σας στιγμή;

Πουθενά δε θα μπορείς, από κείνη, στο ‘χω πει, να κρυφτείς. Θα σε βρει όπου πας, μυστικά δε θα μπορείς να κρατάς. Δε γλιτώνεις εύκολα, δε θα βγει απ’ το μυαλό σου, μα θα μπει και πιο βαθιά, στο υποσυνείδητό σου. Και ξαφνικά, θα εμφανίζεται μπροστά σου, θα ‘ναι η φωνή, που θ’ ακούς στα όνειρά σου.

Γενικότερα, πρόσεχε τι κάνεις, πρόσεχε τι λες, πρόσεξε την 9η απ’ τις 10 εντολές, γιατί… θα σου κλείσει το σπίτι, θα σε κάνει αλήτη, θα σου βάλει φωτιά, γι’ αυτό κάτσε καλά.

Μέχρι τότε… ας κρατήσουν οι χοροί και θα βρούμ’ αλλιώτικα στέκια επαρχιώτικα, βρε! Ώσπου η σύναξις αυτή, σαν χωριό αυτόνομο να ξεδιπλωθεί!

Ώπα!