Να που το καρναβάλι και πάλι αφίχθηκε, σέρνοντας σαν ουρά πίσω του τις παγανιστικές του ρίζες, με τα φαντασμαγορικά του κοστούμια, την παιχνιδιάρικη διάθεση του, την ψευδαίσθηση της μεταμφίεσης και την πρόκληση του γλεντιού.
Φέτος, ίσως περισσότερο δύσκολα από άλλες χρονιές, με ένα ζόρικο γέλιο, που με το στανιό βγαίνει και παραμορφώνει τα πρόσωπα παρά τα φωτίζει, με ένα επίπλαστο κέφι που μοιάζει με βρισιά στην καθημερινότητα, είναι εμφανής η αγωνιώδης προσπάθεια να πείσει ο κάθε ένας τον εαυτό του για όλα αυτά με τα οποία επί γενιές ολόκληρες βαυκαλίζεται, πως «η φτώχεια θέλει καλοπέραση» και άλλα τέτοια θυμοσοφικά, για να ξορκιστεί η πραγματικότητα.
Κάπως έτσι κατέφθασε η αποκριά σε μία χώρα που συνεχίζει να βαδίζει στον 6ο χρόνο της βαριάς της υποδούλωσης από την υπαγωγή της σε καθεστώς μνημονίων, που βιώνει μία τεράστια ανθρωπιστική κρίση με τους χιλιάδες πρόσφυγες/μετανάστες να δοκιμάζουν την ανθρωπιά και τα αλληλέγγυα αισθήματα ενός ολόκληρου λαού, ο οποίος ματώνει καθημερινά υπό το βάρος του ανηλεούς του βιασμού από τους επί δεκαετίες πολιτικούς του εκπροσώπους και τους έξωθεν εντολείς τους.
Και εκεί, μέσα στον αποκριάτικο παροξυσμό το διακύβευμα είναι η αλλαγή του ρόλου και των προσώπων, αναλόγως με την στολή που θα επιλεγεί για να στολίσει την κακορίζικη διάθεση και την μάσκα που θα καλύψει τον φόβο και την απόγνωση του βλέμματος.
Κι ως μύστες μιας πλασματικής ευδαιμονίας, όπως αυτή βαφτίζεται χάριν της γιορτής, θα επιδοθούν σε μια συνειδητή παραπλάνηση για να ξορκίσουν την τρομακτική αλήθεια.
Ο κάθε ένας θα προσπαθήσει πίσω από την στολή να κρύψει πόθους και απωθημένα ή να εξωτερικεύσει μία αντίδραση μέσω είτε της πρόκλησης είτε της γελοιότητας ή ακόμα και του ευτελισμού, δίνοντας στον εαυτό του την ευκαιρία να εξωτερικεύσει όσα η επαγγελματική, κοινωνική, οικογενειακή ισορροπία απαγορεύουν και να χλευάσει όσα τον ενοχλούν, τον πονάνε ή τον βασανίζουν.
Αυτό για όλους, για τον κάθε ένα που βιώνει, που πλήττεται, που υπομένει, που ανέχεται, που αγωνιά, που κουράστηκε, που προδόθηκε, που απογοητεύτηκε……
Μα για τους άλλους, τους «επάνω», αυτούς που κινούν τα νήματα, αυτούς που κατευθύνουν τις τύχες του κόσμου, αυτούς που ορίζουν τις ζωές όλων τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά, αφού τα πρόσωπα είναι γνωστά και οι πρακτικές τους δοκιμασμένες.
Με αφορμή την αποκριά θα υποχρεωθούν να «παίξουν» με ανεστραμμένους τους όρους του παιχνιδιού και να εκδυθούν το πλουμιστό κοστούμι του αρχηγού, να βγάλουν τη μουτσούνα του λαοπρόβλητου και επιτέλους να εμφανιστούν αγνώριστοι, όπως στ’ αλήθεια είναι.
Και τότε θα μετρηθεί το ανάστημα, χωρίς τα τακούνια της εξουσίας.
Τότε θα φανεί η γύμνια, χωρίς τον μανδύα του ηγέτη.
Τότε θα τρομάξει η ασχήμια, χωρίς το προσωπείο του πρωταγωνιστή.
Τότε θα αποκαλυφθεί ο διατεταγμένος ρόλος, χωρίς τα φτιασίδια της μασκαράτας.
Και ναι. Τότε σίγουρα θα προκαλέσεις τρόμο μικρέ μου μασκαρά.
Τότε θα επιβεβαιώσεις τον Sartre «Ο άνθρωπος αναγκάζεται να φοράει σε όλη του τη ζωή προσωπείο και όταν θελήσει να το βγάλει ανακαλύπτει με φρίκη και οδύνη ότι δεν υπάρχει πρόσωπο».