Δύσκολες μέρες αυτές που περνούμε, σύντροφοι. Διαλύονται αντιλήψεις καλά εδραιωμένες, άλλοτε «κολλητοί» βρίσκονται, όχι στα μαχαίρια, αλλά στα στους μπαλτάδες και συνεχίζουν εις ανώτερα ακάθεκτοι, συμμαχίες εξαϋλώνονται σαν ατμός (φσσσσς… φσσσσς…), ενώ δημιουργούνται καινούριες, λίγο στρεβλές, που κανείς δεν θα τις περίμενε, ας πούμε.
Ζυμώσεις, ζυμώσεις, ζυμώσεις. Και πού ’σαι ακόμα. Ακόμη δεν έχει διαμορφωθεί τίποτα απολύτως. Ακόμη δεν έχουν φανεί, ούτε τα κίνητρα, ούτε οι πραγματικές ανάγκες, ούτε οι πραγματικές σχέσεις ανάμεσα στους παίχτες του παιχνιδιού. Διότι οι ανθρώπινες σχέσεις, όπως αυτές είναι στον πυρήνα τους, όπως αυτές διαμορφώνονται από το πρωταρχικό συναίσθημα που συνδέει δυο ανθρώπους (αγάπη, μίσος, εκτίμηση, εκμετάλλευση, εξάρτηση, εκδίκηση) πέρα από οτιδήποτε άλλο, είναι αυτές, που στο τέλος κρίνουν και το αποτέλεσμα του παιχνιδιού. Ποιος θα «φάει» ποιον, ποιος θα καταστρώσει τις καλύτερες στρατηγικές, ποιος θα συνεργαστεί με ποιον και ποιο θα είναι το τελειωτικό χτύπημα για τον καθένα.
Κατά συνέπεια, οι άνθρωποι που ενώθηκαν, για παράδειγμα, με βάση την ανάγκη να εκμεταλλευτούν ο ένας τον άλλο, δεν μπορούν να συνεχίσουν για πολύ να παίζουν στο ίδιο στρατόπεδο, κοροϊδεύοντας τους εαυτούς τους, ή κανέναν άλλο. Όταν η κατασκευασμένη ροζ φούσκα της ιδανικής συνεργασίας σπάσει, σπάει με πάταγο και όχι με ένα απλό «ποπ». Ειδικά μάλιστα, όταν έχεις φροντίσει να τη δουν, να τη θαυμάσουν, να την εμπεδώσουν όλοι στο… κοινό.
Ό,τι και να γίνει, όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα, όσες αλλαγές κι αν υπάρξουν στο μεταξύ, μία είναι η σταθερή αξία, που παρά το γεγονός, ότι όλα τα υπόλοιπα έρχονται, ή φεύγουν σταδιακά, ή εξαφανίζονται σε δευτερόλεπτα, αυτή θα παραμένει και θα κρατά τα σκήπτρα του παιχνιδιού. Η διπροσωπία, με σκοπό την αλληλοεκμετάλλευση. Αυτή η μάστιγα, που πολλές φορές και από πολλούς μπερδεύεται (ή επιχειρείται εσκεμμένα να ταυτιστεί) με την διπλωματία. Οι δεσμεύσεις του αέρα για πίστη, αφοσίωση, αγάπη, αλτρουισμό και καθήκον, οι οποίοι συνθλίβονται σαν γόπα από τσιγάρο κάτω από ορειβατικό Timberland, στη συνειδητοποίηση, ότι το άτομο, που βρίσκεται απέναντι, δεν εξυπηρετεί πλέον τους συγκεκριμένους σκοπούς, για τους οποίους προσεγγίστηκε εξ’ αρχής.
Και σε αυτή την περίπτωση κανείς δεν είναι, ούτε θύτης, ούτε θύμα. Στον καθένα αντιστοιχεί μερίδιο ευθύνης, αν και υπάρχει ελάχιστη (ίσως και μηδαμινή) πιθανότητα, να την αναλάβει, αφού στις περισσότερες περιπτώσεις η κάθε πλευρά επιδίδεται σε αγώνα να πείσει για το πόσο δυνατά λάμπει το φωτοστέφανο και το πόσο λευκά και αφράτα είναι τα φτερά. Περισσότερο, βέβαια, για να πειστεί η ίδια και να κοιμάται λίγο πιο ήσυχη τα βράδια και λιγότερο για να πείσει τους άλλους.
Αλλά η ευθύνη υπάρχει και είναι ορατή. Όταν οι σχέσεις βασίζονται σε κάτι άλλο από αμοιβαία εμπιστοσύνη και σεβασμό, όταν οι άνθρωποι χρησιμοποιούνται ως μέσα για την επίτευξη σκοπών, και όταν υπάρχει προσωπική, συνειδητή επιλογή για όλα τα παραπάνω, τότε υπάρχει και πλήρης ευθύνη για τα «αντάρτικα», για τις εκδικητικές συμπεριφορές και για τις μαχαιριές (ευθείες ή πισώπλατες), που δίνεις και παίρνεις, αλλά και για τις επιπτώσεις που αυτά έχουν σε ένα μεγαλύτερο σύνολο.
Και μπροστά στις ευθύνες, οι άλλοτε μεγαλοστομίες, οι διθύραμβοι, οι αγάπες και τα λουλούδια μπαίνουν στο mute. Όπως λέμε και στα καλιαρντά, «το μουγκώνεις». Και έρχεται η σιωπή, που πλέον δεν είναι χρυσός, όπως θα ήταν αν είχε χρησιμοποιηθεί σοφά από την πρώτη στιγμή, αλλά ένδειξη ντροπής. Το κάνεις μόκο, γιατί εκτέθηκες.
Υπάρχει ένα ρητό, που λέει, ότι «εμείς κάνουμε τις επιλογές μας, αλλά στο τέλος, οι επιλογές μας κάνουν εμάς». Και όπως με έχει διδάξει ένα ιδιαίτερα αγαπημένο μου πρόσωπο, ο καθένας έχει δικαίωμα να κάνει όποια επιλογή θέλει. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει, ότι αυτές οι επιλογές μένουν στο απυρόβλητο και ότι δεν υπάρχει το αντίστοιχο δικαίωμα στους άλλους να κρίνουν αυτές τις επιλογές, θετικά ή αρνητικά.
Κοινώς, ο καθένας πορεύεται με τις συνέπειες των επιλογών του. Είτε θέλει να τις παραδεχτεί, είτε το παίζει «δεν άκουσα, πώς είπατε, ορίστε, συγγνώμη, κύριε, ποιος είστε».
Και μπορεί αναμεταξύ σας, στη νεοκλασσική μακρόστενη σκακιέρα, με τα πολλά «στρατόπεδα» (μερικοί και έξω από αυτή), να το παίζετε «ποιος είμαι εγώ, ποιος είσαι εσύ, ποιος πήγε κι άπλωσε τα ρούχα στο μπαλκόνι», αλλά το κοινό σας, όσο κι αν δεν θέλετε να το κατανοήσετε, καταλαβαίνει αμέσως ποιο μαύρο πιόνι γίνεται άσπρο, ποιο άσπρο πιόνι γίνεται μαύρο, ποιο κόκκινο πιόνι γίνεται κίτρινο και ποια πιόνια κολλάνε μαζί για να γίνουν ένα ουδέτερο ξέπλυμα, προκειμένου να παίζουν ελεύθερα σε όλο το ταμπλό και όλα αυτά, μέσα από δημιουργία και διακοπή σχέσεων, που είναι βασισμένες στη διπροσωπία, με σκοπό την αλληλοεκμετάλλευση.
Καλή τύχη σε αυτό. Let the game begin.