Για τη δημιουργική ασάφεια της επιλεκτικής εθνικής μνήμης

Έντυπη Έκδοση

Είχα πείσει τον εαυτό μου, ότι θα ήταν καλύτερα να μην πάρω θέση – τουλάχιστον από αυτό το βήμα – όσον αφορά στο προσφυγικό. Τις τελευταίες ημέρες όμως, το δράμα (τη σιχαίνομαι αυτή τη λέξη, αλλά δεν υπάρχει καλύτερη για να περιγράψει την κατάσταση) των προσφύγων έχει φτάσει σε επίπεδα κλιμάκωσης, κυρίως εδώ στο Αιγαίο, το οποίο έχει γίνει τάφος για εκατοντάδες ανθρώπους, ανάμεσα στους οποίους και μικρά παιδιά, που δεν έφταιξαν σε κανέναν και σε τίποτα.

Βλέπω μέσα στους ιστότοπους κοινωνικής δικτύωσης, πολλούς συνανθρώπους μου να αγωνιούν, αλλά παράλληλα, να πέφτουν και στην παγίδα να αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό, το γεγονός, ότι αφενός κάνουμε οτιδήποτε δυνατόν να βοηθήσουμε αυτούς τους ανθρώπους που αφήνουν κακήν κακώς την πατρίδα τους και διακινδυνεύουν τη ζωή τους και τη ζωή των παιδιών τους, προκειμένου να φτάσουν στη χώρα μας, ενώ αντίθετα ο ίδιος ο Έλληνας αντιμετωπίζει μία από τις δυσκολότερες συγκυρίες της νεότερης ιστορίας του. Κινδυνεύει να χάσει το σπίτι του, εξαθλιώνεται, χάνει την αξιοπρέπειά του, για να κερδίσουν αξιοπιστία οι ιδιωτικές τράπεζες στα μάτια κάποιων τύπων στο εξωτερικό, που με ένα μαγικό τρόπο, με ένα συν ή ένα πλην, καθορίζουν τις πολιτικές και τα πράγματα εδώ στη χώρα μας.

Αρχικά, ας ξεκαθαρίσουμε κάτι. Αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι καν οικονομικοί μετανάστες. Δεν ήρθαν εδώ από επιλογή. Έχασαν τα σπίτια τους, τις οικογένειές τους, τη ζωή τους βίαια. Με βόμβες και πολυβόλα και οβίδες. Δεν λιμπίστηκαν τον βασικό μισθό των 580 ευρώ (μεικτά), καθώς όποιος έχει μερικές γνώσεις παραπάνω, γνωρίζει ότι οι Σύροι μόνο οικονομική ένδεια δεν γνώριζαν στο πρόσφατο παρελθόν – ακόμη και στο παρόν.

Ο Έλληνας δεν θα έπρεπε να γίνεται διώκτης των προσφύγων. Δεν έχει δικαίωμα να το κάνει. Ο παππούς μου υπήρξε μετανάστης σε Πολωνία, Γερμανία και Αμερική. Πήρε τη δουλειά ενός Αμερικάνου, για να στηρίξει τη γιαγιά μου και τα παιδιά του εδώ στην Ελλάδα. Αντιμετώπισε ρατσισμό, κακομεταχείριση και ελεεινές συνθήκες εργασίας. Σκληρό δεν είναι; Μήπως η Αμερική θα έπρεπε να τον έχει απελάσει; Πόσοι Έλληνες μετανάστευσαν σε άλλες χώρες, όπως Γερμανία, Αμερική, Αγγλία, Αυστραλία και έφτιαξαν τη ζωή τους εκεί; Μήπως θα έπρεπε να τους έχουν στείλει «πακέτο» πίσω; Τους ανθρώπους από τη Μικρά Ασία και την Κωνσταντινούπολη, μήπως θα έπρεπε να τους είχαμε κλείσει τα σύνορα με φράχτες και να τους αφήσουμε να τους σφαγιάσει ο Κεμάλ; Τα σημερινά παιδιά, με τα πτυχία και τις περγαμηνές, που φεύγουν σε χώρες του εξωτερικού για να βρουν μία καλύτερη τύχη από τα €300 σε κάποια καφετέρια (οικονομικοί μετανάστες), μήπως θα πρέπει να τους μαζέψουν σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης, να τους χαράξουν ένα σημάδι στο σώμα τους και να τους επαναπροωθήσουν; Και ας λάβουμε υπόψιν, ότι τα παιδιά αυτά φεύγουν από επιλογή και όχι γιατί κάποια βόμβα έπεσε στο σπίτι τους.

Για τον Έλληνα αυτή η αντιμετώπιση είναι απαράδεκτη. Για έναν άλλο άνθρωπο, με τις ίδιες ανησυχίες, με τα ίδια όνειρα, με τις ίδιες ανάγκες, με ένα παιδί στην αγκαλιά, γιατί θα πρέπει να είναι αναμενόμενη;

Διαφήμιση

Οι ταλαιπωρημένοι άνθρωποι και οι ταλαιπωρημένοι λαοί πρέπει να βρίσκουν κοινά και όχι διαφορές. Αυτό σημαίνει ανθρωπιά. Ο Έλληνας έχει υπάρξει και μετανάστης και πρόσφυγας και κυνηγημένος και ξέρει από πρώτο χέρι τι σημαίνει η ξενιτιά. Γι’ αυτό και βοηθάει από το υστέρημά του. Δεν του περισσεύουν, αλλά προσφέρει. Τώρα, το πώς θα επιβιώσει κι εκείνος και ο πρόσφυγας, είναι δυο άλλες ιστορίες. Γολγοθάς και για τους δυο.

Και κάτι τελευταίο, που αφορά στους «καλούς» Χριστιανούς, που αρνούνται να βοηθήσουν ανθρώπους που το έχουν ανάγκη, διότι είναι αλλόθρησκοι. Ο Ιησούς κήρυξε το «Αγαπάτε αλλήλους». Δεν διευκρίνισε ούτε το χρώμα τους, ούτε τη θρησκεία τους, ούτε τη γλώσσα τους. Δίδαξε την αγάπη, τον σεβασμό και την αλληλεγγύη. Από όλους, προς όλους. Το να χρησιμοποιεί κανείς το Θεό (της αγάπης, κατά τ’ άλλα) για να καλύψει τα ρατσιστικά του αισθήματα, είναι το λιγότερο βλάσφημο και αιτία ντροπής.

Τις προηγούμενες δύο ημέρες 9 μωρά και παιδιά πνίγηκαν στις θάλασσές μας. Άλλα τόσα έχασαν τους γονείς τους στις θάλασσές μας. Αυτοί οι άνθρωποι δεν πνίγονται για να έρθουν να μας εξισλαμίσουν, ούτε για να έρθουν να πιούν καφέ στο Θησείο. Πνίγονται, γιατί θέλουν να προστατεύσουν τα παιδιά τους από τον πόλεμο. Λίγο σεβασμό τον αξίζουν.

Άλλοι είναι αυτοί που μας ρουφάνε το μεδούλι. Όχι οι άνθρωποι που είναι διατεθειμένοι να πεθάνουν προσπαθώντας για ένα αύριο χωρίς βόμβες, πυραύλους, πολυβόλα, οβίδες και συντρίμμια.