Οι ταγοί

Συντάκτης: Τέτα Βαρλάμη
Έντυπη Έκδοση

Αδιαπέραστα στεγανά, περιχαρακώνουν την πολιτική έκφραση και περιορίζουν την πρακτική της εφαρμογή σε μια ανυπόληπτη ταπείνωση.

Συνθηκολογημένες συνειδήσεις, στοιχειώνουν τη μοίρα της πολιτικής ζωής, σε κάθε κλίμακα εξουσίας.

Ένας κύκλος παραλογισμού που λες και δεν έχει τέλος, ανοίγει και κλείνει και πάλι από την αρχή, σε μία αέναη κίνηση προφάσεων, εν αναμονή της ένταξης σε αυτό το παιχνίδι, που θα αιτιολογήσει την ελπίδα.

Τα πολιτικά σαπρόφυτα να συνεχίζουν να πνίγουν τις ιδεολογίες, σε μια μη διαχειρίσιμη καθημερινότητα, με τις πάλαι ποτέ μεγαλόπνοες προσδοκίες να καταποντίζονται παταγωδώς.

Η εκκωφαντική αυταρέσκεια των ηγεμόνων που διασύρουν όχι μόνο το αξίωμα τους αλλά κυρίως τον τόπο τους και μαζί όλους αυτούς που τους πίστεψαν και τους υποστήριξαν, ως οι στηλοβάτες των φιλοδοξιών τους.

Ανίσχυροι να διαχειριστούν τα μεγάλα, αναλώνονται στην εξύψωση των μικρών και ευτελών, αποστρεφόμενοι τον δημόσιο διάλογο, υπό τον φόβο της ανάδειξης της αδρανούς ελλειμματικότητας τους.

Απόμακροι, στον «θρόνο» της έπαρσης, επιχειρούν να επιβάλλουν πολιτικές επινοήσεις, απογυμνωμένες από κάθε ίχνος αλήθειας, οριοθετώντας τα αδιέξοδα του τόπου.

Κρυπτόμενοι στον ίσκιο της ισχυρής θέσης τους, βαυκαλίζονται από την παροδική λάμψη που αυτή τους προσδίδει.

Χωρίς αιδώ υπεραμύνονται την ήττα της λογικής που χρησιμοποιούν ως αντίλογο.

Η προβολή του δίκιου και της αλήθειες υπονομεύεται μέσω της παραμόρφωσης του καθρέφτη που αντικατοπτρίζει την φιλοδοξία της Αρχής.

Ο ανυπότακτος χρόνος, τους ταΐζει βορά στην αναξιοπιστία της μετριότητας τους.

Διαφήμιση

Ο τόπος αγκομαχεί υπό το βάρος της ευτελούς ανεπάρκειας, η οποία διανθίζεται από μεγαλοστομίες που επιβεβαιώνουν την ανυπόφορη άγνοια.

Ξορκίζεται με σαρκασμό η φοβία της πτώσης.

Σχολιάζεται με εμπάθεια η έκφραση κριτικής.

Καλύπτεται με επιθετικότητα η αποδεδειγμένη ανικανότητα.

Δαιμονοποιείται με ύβρεις η θεμιτή αντιπαράθεση.

Αγνοείται με προκλητικότητα η διάθεση διαλόγου.

Τα ανδρείκελα, σε μία απέλπιδα προσπάθεια επιβολής τους, υψώνουν την αναίδεια τους σαν ασπίδα έναντι της ηθικής των σκεπτόμενων υπηκόων.

Νυχοπατούν στα ακροδάχτυλα οι απελπισμένοι υπήκοοι, για να μην ξυπνήσουν το μένος του αφέντη, που επιθυμεί να τους διατηρεί σε μια ανώδυνη ραθυμία.

Με ψίθυρους και κοφτές ανάσες, από τον φόβο να μην προδοθεί το εγχείρημα, προετοιμάζουν την στιγμή που η αντίδραση θα εκφραστεί με τις ζητωκραυγές της πτώσης των τειχών, τα οποία τότε δεν θα πέσουν από τις σάλπιγγες μα από τις ιαχές της ελπίδας που μέχρι πρότινος τελούσε εν αναμονή μα τώρα σώθηκε κι απαιτεί να ξαναβρεί τον δρόμο της.

Το βάθος της μνήμης λειτουργεί λυτρωτικά υπενθυμίζοντας την ιστορία.

Κι ο Λειβαδίτης να υπενθυμίζει την μοίρα του τόπου, «σα σανίδα από θλιβερό ναυάγιο», που πορεύεται με τους ακόμα θλιβερότερους ταγούς του.

0