Άχου…τι θα κάνω η κακομοίρα!
Πως θα πορευτώ σ’ αυτή την σκληρή και άδικη ζήση χωρίς τη δική σου στήριξη;
Πού είναι το στιβαρό σου χέρι να με κρατήσει στην κατηφόρα που οδηγούμαι;
Γιατί με αποδόμησες και μου στέρησες κάθε ικμάδα αξιοπιστίας;
Τι θ’ απογίνω τώρα που διαλάλησες την ανικανότητα και την άγνοια μου;
Πώς να ξαναβγώ στον κόσμο χωρίς να συγκεντρώσω επάνω μου τη χλεύη;
Ωιμέ….τι με βρήκε την καψερή!
Πόσο κυλίστηκα χαμηλά, κάνοντας κριτική στα έργα σου;
Άμυαλη εγώ, τόλμησα να ορθώσω ανάστημα μπροστά σου.
Μάλλον μου το ξεπληρώνεις με τον πιο σκληρό τρόπο: στερώντας μου την εύνοια σου.
Πίστεψα πως μπορούσα να μιλήσω χωρίς να πάρω την άδεια σου.
Είπα πράγματα εναντίον σου χωρίς να σκεφτώ ότι έχεις τη δύναμη να με τελειώσεις.
Πως διανοήθηκα να σχολιάσω ότι σε αφορά χωρίς να έχω την έγκριση σου;
Συμφορά…τι κακό μου ‘ρθε!
Δεν είχα μυαλό και τώρα το πληρώνω.
Ήμουν χαμηλά κι εσύ τόσο ψηλά, μα δεν σκέφτηκα πως δεν σε φτάνω.
Σερνάμενη έπρεπε να πέσω στα πόδια σου και να περιμένω, σαν δούλη πιστή, τις εντολές σου.
Έπρεπε να ‘ρθω να σε βρω και να με εντάξεις στην αυλή σου.
«και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πηαίνεις στον μονάρχην Aρταξέρξη
που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,
και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια.
Και συ τα δέχεσαι με απελπισία
αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.
Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει·
τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών,
τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε·
την Aγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους.
Aυτά πού θα σ’ τα δώσει ο Aρταξέρξης,
αυτά πού θα τα βρεις στη σατραπεία·
και τι ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις».
Πόσο δίκιο έχει ο Καβάφης.
Τι κι αν πίστεψα πως μπορούσα να βρω τα άλλα που επιζητούσα.
Θυσία έπρεπε να τα ρίξω όλα στο βωμό του θυσιαστηρίου σου, μεγάλε άρχοντα, κριτή και οδηγέ μου.
Έσφαλα και ξέρω πως πρέπει να με τιμωρήσεις.
Το έλεος σου ζητώ για να μπορώ να συνεχίσω να υπάρχω και να σε υπηρετώ.
Μη μου γυρνάς την πλάτη.
Το ξέρω πως ενήργησα άσκεφτα κι εσύ τώρα μ’ αποδιώχνεις και μ’ αφήνεις έρημη.
Μη μ’ εγκαταλείπεις. Μη μου αρνείσαι την υποστήριξη σου. Μη μου στερείς την φροντίδα σου.
«Μη μ' αφήνεις Ντορή μου, θα φαρμακωθώ….»