«Τα μπάνια του λαού»

Συντάκτης: Τέτα Βαρλάμη
Έντυπη Έκδοση

«Καλοκαίρι

με μισόκλειστες τις γρίλιες μεσημέρι

καλοκαίρι

καθρεφτάκια και μια θάλασσα που τρέμει…»

Μία χαρακτηριστική εικόνα του καλοκαιριού, τόσο γνώριμη και οικεία.

Με το δωμάτιο να μισοσκοτεινιάζει με τα γερτά παντζούρια, έτσι για να δροσερέψει, αφήνοντας το αεράκι να περνά και κρατώντας μακριά το εκτυφλωτικό μεσημεριανό ήλιο, που λιώνει την πέτρα και προκαλεί το τερέτισμα των τζιτζικιών που νομίζεις πως θα σκάσουν.

Κι αυτή η «θάλασσα που τρέμει» καλώντας σε να την απολαύσεις, με σύμμαχο της τον ήλιο σε θέλγει εκεί προκλητική και δροσιστικής απόλαυσης υποσχόμενη.

«Θάλασσα μάνα μοίρα μου εσύ

γαλάζια μοίρα

για παραμάνα στον ώμο χρυσή τον ήλιο πήρα…»

Διαφήμιση

Άλλωστε να μην ξεχνάμε ότι είναι η περίοδος που κάθε πολιτική λειτουργία ατονεί, καθώς προτεραιότητα έχουν «τα μπάνια του λαού», που πάντα ήταν η εύκολη αιτιολόγηση της μετάθεσης των σημαντικών θεμάτων, των δύσκολα διαχειρίσιμων υπό την ραθυμία που προκαλεί η θερινή ραστώνη.

Κοίτα να δεις που η φράση «i bagni del popolo» της φασιστικής πολιτικής του Μουσολίνι, εμπνεύσεως του υπουργείου Λαϊκής Κουλτούρας, που είχε ιδρύσει με την πεποίθηση ότι ασκεί σοσιαλιστική πολιτική, θα τύγχανε της υιοθέτησης της από τον Ιωάννη Μεταξά, ώσπου να καταλήξει ευρείας διαδόσεως από τον Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος από το 1987 την συνέδεσε άμεσα με την αναστολή των όποιων πολιτικών εξελίξεων εν μέσω θέρους.

Και η ιστορία των θερινών λουτρών, από τα ολόσωμα ανδρικά μαγιό, τα παρασόλια που αποτελούσαν απαραίτητο αξεσουάρ των κυριών, που ήταν ντυμένες έως τον αστράγαλο, εξελίχθηκε στα μπεν μιξ, επιτρέποντας στα δύο φύλλα να συνυπάρχουν στις ακτές, φτάνοντας μέσα από μία πτωτική πορεία ευτελισμού της ανάγκης της θαλάσσιας απόλαυσης στον σημερινή αναγωγή τους σε είδος πολυτελούς ονείρου.

Όταν σταδιακά, από τις συντροφιές που συνωστίζονταν στα λεωφορεία της γραμμής για την πιο κοντινή ακτή, κουβαλώντας τις πετσέτες με τυλιγμένα τα μεζεδάκια για το μεσημεριανό κολατσιό δίπλα στο κύμα, περάσαμε στο όνειρο της απόκτησης ενός εξοχικού, στο οποίο συνωστίζονταν, μέσα σε 30 τετραγωνικά, κάθε σαββατοκύριακο, συγγενείς και φίλοι «για να κάνουν κανένα μπάνιο τα παιδία βρε αδερφέ».

Ώσπου φτάσαμε στα παρακάλια των τραπεζών να δεσμεύσουν τον νεοέλληνα με διακοποδάνεια, μόνο και μόνο γιατί τον παραμύθισαν με το πρότυπο της ανεμελιάς των celebrities (λέμε τώρα) που επιτυγχάνεται μόνο εάν περάσει από τα χλιδάτα νησιά, για να νοιώσει έστω και ξώφαλτσα λίγη από την αίγλη τους.

Και να τώρα που στα τελευταία χρόνια της κρίσης, το δικαίωμα στις διακοπές έγινε όνειρο θερινής νυκτός για την πλειοψηφία των Ελλήνων, που κάθε μπάνιο, στην καλύτερη περίπτωση, κοστίζει όσο ένα μεροκάματο και όλο και περισσότεροι ξαναγυρίζουν στις αμφιλεγόμενης καθαρότητας ακτές των αστικών κέντρων, για να ικανοποιήσουν την στοιχειώδη ανάγκη τους για δροσιά και λίγες στιγμές ξεκούρασης.

«Καλέ κοπέλα, καλέ κοπέλα

για μπάνιο πάω, κι αν θέλεις έλα….

Καλέ κοπέλα, αν θέλεις τσάρκα
πάρ’ το μαγιό σου κι έμπα στη βάρκα….»

0