Ο θείος Δήμος έτρεφε μεγάλη αδυναμία στο πουλί του. Ολημερίς του έλεγε πόσο το αγαπούσε, το έπαιζε, το μάλαζε και σιγοτραγουδούσε. “Έχω δει πολλά πουλιά, μα σαν εσέ κανένα, ταράζεις με την όψη σου κυρία και παρθένα. Έχεις χαρίσματα αρκετά, μα ξεχωρίζω ένα, το ανάστημά σου σταματά τα πλοία και τα τρένα”. Και δώστου τα ριζίτικα και να σου οι μαντινάδες, πολύστιχα ιστορικά και χίλιες δυο κρυάδες. “Πουλί μου θα φαρμακωθώ, εάν ποτέ σε χάσω, θα φύγω απ' τον κόσμο αυτό, με Γκόλφω και με Τάσο”.
Το καναρίνι του θείου Δήμου ήταν αλλιώτικο από τα άλλα. Σύμβολο ομορφιάς, δύναμης και εξουσίας. Όποιος το έκλεινε στο κλουβί του, χριζόταν πρώτος πολίτης της πόλης και είχε τα μάτια του δεκατέσσερα για να μη βρεθεί καμιά γάτα να το ξεπουπουλιάσει. Μέρα - νύχτα προσευχόταν στο Θεό, από δω μέχρι το Βατικανό και ζητούσε το πουλί του να είναι γερό και καλλίφωνο. Το γλυκό του κελάηδισμα ήταν ξακουστό σε όλη την πλάση. Άνθρωποι από κάθε γωνιά του κόσμου επισκέπτονταν τις Κυκλάδες για δύο λόγους. Για την Παναγία της Τήνου και το πουλί του θείου Δήμου. Όσοι δεν προλάβαιναν να βρεθούν στη Μεγαλόχαρη, άναβαν ένα κεράκι στο κανναβούρι.
Ο θείος Δήμος είχε επιστρατεύσει όλη την οικογένεια. Μανάδες, γιαγιάδες, παιδιά, συννυφάδες, κουμπάροι, κουνιάδες και η κυρα Μαρίτσα, μια γειτόνισσα που πλεύριζε το θείο για να εξασφαλίσει τσάμπα τροφή για τη δική της καρακάξα, φυλούσαν το σπίτι και διαλαλούσαν πως στο νησί μας φιλοξενείται ένα σπάνιο είδος πουλιού. Που χορεύει τη “Λίμνη των Κύκνων”, τραγουδάει άριες από το “Μαγικό Αυλό” του Μότσαρτ και ερμηνεύει “Όρνιθες” του Αριστοφάνη. Επειδή όμως το ενδιαφέρον των πτηνόφιλων παρέμενε στα ίδια επίπεδα, ο Θείος αποφάσισε να αφήσει τη ντουντούκα και να στραφεί στην τεχνολογία. Έβαλε κάτω όλη τη φαμίλια, η οποία μετά από πολλή σκέψη και πλήθος διαβουλεύσεων κατέληξε στην κατασκευή μιας διαδικτυακής πύλης με το όνομα “Το πουλί του θείου Δήμου”.
Το σάιτ θα κατέγραφε την ιστορία του καναρινιού, τα μεγάλα ταλέντα του και τα ευφάνταστα στιχάκια που σκάρωνε ο θείος. Πάνω στον ενθουσιασμό του όμως, δεν προέβλεψε ότι για να γίνει πράξη αυτό, θα του κόστιζε “ο κούκος αηδόνι”. Κάθισε πάλι η οικογένεια και έβγαλε κομπιουτεράκι. “Αν κάνουμε αυτό, θα πληρώσουμε τόσα, αν αποκλείσουμε το άλλο θα εξοικονομήσουμε τόσα”.
Και εκεί που είχαν χάσει κάθε ελπίδα, ένα απρόσμενο γεγονός ήρθε να φέρει τα πάνω κάτω. Οι νότιοι άνεμοι που έπνεαν στο νότιο τμήμα του νησιού, παρέσυραν έναν άνθρωπο που φωτογράφιζε τον κυματισμό στον Φοίνικα και τον κόλλησαν πάνω στο παράθυρο του θείου Δήμου. Τότε, εκείνος είχε μια έκλαμψη. “Γιατί δεν συνεργαζόμαστε με τους φωτογράφους; Αυτοί θα φωτογραφίζουν δωρεάν το πουλί μας και εμείς ως αντάλλαγμα θα τους γυαλίζουμε τις μηχανές, θα τους φορτίζουμε τις μπαταρίες και θα τους αγοράζουμε άλμπουμ”.
Έτσι, έκλεισε η συμφωνία και αφού ανακοινώθηκε με δόξα και τιμή, ξεκρέμασαν και τον χριστιανό που είχαν ξεχάσει στο τζάμι. Ωστόσο, κάποιοι έξω από τον χορό, που διέκριναν μερικά λάθος λιφτ, αναρωτήθηκαν εάν είναι ηθικά σωστό ο θείος Δήμος να εκμεταλλεύεται εθελοντές για να κρατήσει την τσέπη του γεμάτη.
Η απορία του εξέπληξε και εξόργισε τους φωτογράφους, οι οποίοι φοβούμενοι ότι ο θείος Δήμος θα θυμώσει και θα τους δώσει το κλουβί στο χέρι, πέρασαν στην αντεπίθεση για να αποδείξουν ότι δεν έχουν προσλάβει δικηγόρο και πως δεν έχουν κανένα πρόβλημα με την αρχική συμφωνία. Κι αφού διέρρηξαν ελεύθερα τα ιμάτιά τους, συνέχισαν να απαθανατίζουν -εθελοντικά πάντα- νύφες που πατούν το πόδι του γαμπρού, μωρά που πνίγονται στην κολυμπήθρα και υποβρύχιες καταστροφές στα μπαρ. Όσο για την κυρα-Μαρίτσα; Δωρεάν τροφή για ένα μήνα.
Το κουτί με τα παραμύθια, μόλις άνοιξε.