Σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα έφερε στην επιφάνεια η έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε 89 ακατοίκητες νησίδες των Κυκλάδων.
Ο λόγος για το πρόγραμμα ΕΚΥΝΗ/SCIP, το οποίο διήρκησε έξι χρόνια υπό την καθοδήγηση της Εφορείας Αρχαιοτήτων Κυκλάδων και αποκάλυψε τον διαχρονικό ρόλο των μικρών νησίδων των Κυκλάδων.
Για το ερευνητικό πρόγραμμα, που περνάει πλέον στο στάδιο της τελικής δημοσίευσης των ευρημάτων, μίλησε στην “Κοινή Γνώμη” ο προϊστάμενος της Εφορείας Αρχαιοτήτων Κυκλάδων, Δημήτρης Αθανασούλης, ο οποίος, εκτός από τη σημαντικότητα των ευρημάτων, επεσήμανε πως τα αποτελέσματα του προγράμματος ΕΚΥΝΗ/SCIP αναμένεται να εμπλουτίσουν ουσιαστικά τη γνώση για την ιστορία των Κυκλάδων, αναδεικνύοντας τον ρόλο ακόμη και των πιο μικρών και φαινομενικά “αθόρυβων” νησίδων στο πολιτισμικό και ιστορικό τοπίο του Αιγαίου.
“Η πολυετής έρευνα ανοίγει το “δρόμο” και για περαιτέρω αξιοποίηση των στοιχείων”
Σημαντικά νέα για την αρχαιολογική έρευνα στις Κυκλάδες φέρνει το πρόγραμμα “ΕΚΥΝΗ/SCIP - Έρευνα των Κυκλαδικών Νησίδων”, το οποίο ολοκλήρωσε την αρχαιολογική έρευνα πεδίου σε 89 ακατοίκητες νησίδες του κυκλαδικού αρχιπελάγους.
Το συγκεκριμένο ερευνητικό πρόγραμμα, περνάει πλέον στο στάδιο της τελικής δημοσίευσης των ευρημάτων, τα οποία χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα σημαντικά, καθώς φωτίζουν τον διαχρονικό ρόλο των μικρών και ακατοίκητων νησίδων στη λειτουργία και την ιστορική εξέλιξη του Αρχιπελάγους.
Να σημειωθεί, ότι στο πλαίσιο αυτό, προηγούνται πρόδρομες επιστημονικές δημοσιεύσεις, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το εκτενές άρθρο 99 σελίδων για τις νησίδες των δυτικών Κυκλάδων, που δημοσιεύθηκε στο τελευταίο τεύχος του διεθνούς επιστημονικού περιοδικού Hesperia. Στις 99 αυτές σελίδες, η μεγαλύτερη έκδοση του SCIP μέχρι στιγμής, γίνεται αναφορά στο έργο που έγινε στις δυτικές Κυκλάδες και συγκεκριμένα στις νέες ανακαλύψεις που δείχνουν στοιχεία για την κατοικία, το κυνήγι, το ψάρεμα, την εξόρυξη ορυκτών, την οχύρωση και επιτήρηση σε 14 σήμερα ακατοίκητα ή υποκατοίκητα μικρά νησιά.
Τα αποτελέσματα του προγράμματος ΕΚΥΝΗ/SCIP αναμένεται να εμπλουτίσουν ουσιαστικά τη γνώση για την ιστορία των Κυκλάδων, αναδεικνύοντας τον ρόλο ακόμη και των πιο μικρών και φαινομενικά «αθόρυβων» νησίδων στο πολιτισμικό και ιστορικό τοπίο του Αιγαίου.
“Αυτή η έρευνα διήρκησε έξι χρόνια. Φτάσαμε στην ολοκλήρωσή της και ετοιμαζόμαστε για τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων. Ήταν από τα πιο μεγάλα και φιλόδοξα ερευνητικά προγράμματα που έχουν γίνει ποτέ στο Αιγαίο, αλλά και στην Ελλάδα, θα έλεγα”, τόνισε αρχικά ο κ. Αθανασούλης.
Μάλιστα, όπως είπε, το πρόγραμμα έτρεξε από την Εφορία Αρχαιοτήτων, μαζί με το Νορβηγικό Ινστιτούτο Αθηνών και το Carleton College, ερευνώντας 89 ακατοίκητες νησίδες στις Κυκλάδες.
“Το συγκεκριμένο πρόγραμμα το οποίο είχε υπό την ευθύνη της η Εφορεία Αρχαιοτήτων σε συνεργασία με το Νορβηγικό Ινστιτούτο Αθηνών και το Carleton College, ερεύνησε 89 ακατοίκητες βραχονησίδες στις Κυκλάδες, αρχίζοντας από μεγάλες όπως είναι η Πολύαιγος, ένα κομμάτι της Ρήνειας και φτάνοντας έως και τους πιο μικρούς βράχους που μπορεί να έχουν πάνω τους ίχνη κατοίκησης. Τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά, καθώς έχουμε ευρήματα σχεδόν σε όλες τις βραχονησίδες, που δείχνουν ότι χρησιμοποιήθηκαν ή και κατοικήθηκαν από την προϊστορία, έως τους νεότερους χρόνους”, υπογράμμισε ο κ. Αθανασούλης.
Εκτός από άρθρα για το συγκεκριμένο θέμα που έχουν δημοσιευθεί το προηγούμενο διάστημα, ο κ. Αθανασούλης έκανε γνωστό ότι προετοιμάζεται μία πολύ μεγάλη τρίτομη δημοσίευση, η οποία θα εμπεριέχει το σύνολο των αποτελεσμάτων αυτής της πολύχρονης έρευνας.
“Στο παρελθόν υπήρξαν κάποια αποσπασματικά άρθρα πάνω στο συγκεκριμένο θέμα. Τώρα προετοιμαζόμαστε για τη δημοσίευση μίας πολύ μεγάλης τρίτομης δημοσίευσης, η οποία θα εμπεριέχει το σύνολο των αποτελεσμάτων αυτής της πολύχρονης έρευνας, η οποία ήταν διεπιστημονική. Συγκεκριμένα, μιλάμε για μία επιφανειακή έρευνα με σύγχρονες μεθόδους, καθώς δεν χρησιμοποιήθηκαν ανασκαφικές εργασίες. Μέσω αυτής συγκεντρώσαμε όλα τα στοιχεία και πλέον μπορούμε να έχουμε μία πολύ συνεκτική εικόνα για το κάθε νησί και αυτό είναι πολύ σημαντικό για εμάς”, δήλωσε χαρακτηριστικά.
Αιτιολογώντας τη σημαντικότητα των στοιχείων, υπογράμμισε ότι “η έρευνα αυτή δεν μας δίνει μόνο τη δυνατότητα οι νησίδες να αξιολογηθούν σε σχέση με την αρχαιολογική τους σημασία, αλλά η καταγραφή όλων των ευρημάτων, μας βοηθάει και για την προστασία τους, προκειμένου να μπορούμε να ελέγχουμε και τι όποιες χρήσεις μπορούν να γίνουν σε αυτές”.
Ερωτώμενος εάν βάσει των ευρημάτων, η Εφορεία Αρχαιοτήτων μπορεί να οδηγηθεί και σε κάποιες ανασκαφές, ο κ. Αθανασούλης τόνισε ότι “βεβαίως υπάρχει και τέτοια περίπτωση. Θυμίζω ότι εκτός από τη Δήλο που είναι το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα ακατοίκητης νησίδας, το Δεσποτικό είναι επίσης ένα πολύ σημαντικό παράδειγμα με σημαντικότατα ευρήματα και που παρόλο το μικρό του μέγεθος, έχει ένα τεράστιο σημασίας αρχαϊκό ιερό. Ευρήματα όλων των εποχών που μαρτυρούν και την ποικιλία των δραστηριοτήτων που είχαν αυτά τα νησιά, έχουμε και στις 87 νησίδες που ερευνήσαμε”.
Δίνοντας ακόμη περισσότερα στοιχεία για τα ευρήματα, ο κ. Αθανασούλης γνωστοποίησε ότι “βρέθηκαν κάστρα που έλεγχαν τα θαλάσσια περάσματα, τέτοια περίπτωση είναι το Δρυόκαστρο, έξω από τη Νάουσα της Πάρου, το Δρυόκαστρο στην Αμοργό, βέβαια και άλλα νησιά έχουν αυτή την τεράστια ποικιλία, όπως το Δρυοκαστράκι στην Κύθνο και το οποίο ερευνάμε μέσω ανασκαφών, στο πλαίσιο άλλου προγράμματος. Μιλάμε για νησίδες που δείχνουν ότι παρότι το μικρό τους μέγεθος, είχαν τεράστια σημασία για την κατανόηση του πολιτισμού του Αρχιπελάγους”.
Τέλος, να σημειώσουμε πως η Εφορεία Αρχαιοτήτων Κυκλάδων, μέσω ανακοίνωσής της, εκφράζει τις ευχαριστίες της προς τους συνεργαζόμενους φορείς του προγράμματος, το Νορβηγικό Ινστιτούτο Αθηνών και το Carleton College, που συνέβαλαν καθοριστικά στην υλοποίηση της πολυετούς αυτής έρευνας.