Το πρώτο στην Ελλάδα Μουσείο, αφιερωμένο εξολοκλήρου στην τυπογραφία, την τέχνη που άλλαξε την ροή της ιστορίας, λειτουργεί στα Χανιά από το 2005 και βρίσκεται λίγο έξω από την πόλη, στο Βιοτεχνικό Πάρκο Σούδας.
Προσωπικό μεράκι και στοίχημα του δημιουργού του Γιάννη Γαρεδάκη, ιδρυτή της εφημερίδας “Χανιώτικα νέα”, με ένθερμο συνοδοιπόρο στην προσπάθεια αυτή τη σύζυγό του Ελένη, το μουσείο άρχισε ως ιδιωτική συλλογή σε περιβάλλον φυσικό για ένα τεχνολογικό - βιοτεχνικό μουσείο.
Πρόκειται για ένα ιδιαίτερο μουσείο, όπου μέσα από την ξενάγηση “αφηγείται” διαδραστικά για το πως άρχισε και πως αναπτύχθηκε η σπουδαιότερη, ίσως, εφεύρεση του ανθρώπου, η τυπογραφία.
Παράλληλα, το Μουσείο Τυπογραφίας αποτελεί μία εστία πολιτισμού και γραμμάτων, καθώς στους χώρους του φιλοξενούνται συνέδρια, παρουσιάσεις βιβλίων, θεατρικές παραστάσεις, μουσικές εκδηλώσεις κ.α., ενώ κάθε χρόνο διοργανώνει διεθνή διαγωνισμό αφίσας για την Τυπογραφία.
Αναμφίβολα, πρόκειται για έναν “ζωντανό” οργανισμό, που διαρκώς εξελίσσεται και αλλάζει, όπως ακριβώς η Τέχνη που παρουσιάζει, η τυπογραφία.
Η “γέννηση” του Μουσείου
Η “Κοινή Γνώμη”, με αφορμή την έκδοση του τόμου για το Μουσείο Τυπογραφίας, παρουσιάζει την ιστορία του, η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πορεία της εφημερίδας “Χανιώτικα νέα”.
Ήδη, από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 ο ιδρυτής τους Γιάννης Γαρεδάκης, απέκτησε την πρώτη επαφή με την δημοσιογραφία, εργαζόμενος στην ιστορική εφημερίδα των Χανίων “Παρατηρητής”, αλλά και στο αθηναϊκό “Βήμα”, ενώ παράλληλα επί 20 χρόνια ήταν στη δημοσιογραφική ομάδα που κάλυπτε τις εφημερίδες του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη στην Κρήτη.
Το 1967, σε χρόνους δύσκολους για εφημερίδες, κυκλοφόρησαν τα «Χανιώτικα νέα».
Όπως έχει αναφέρει ο κ. Γαρεδάκης, “στον χώρο του επαρχιακού Τύπου βρέθηκα νεαρός, στην ιστορική εφημερίδα «Παρατηρητής» του αείμνηστου πολιτικού Πολυχρόνη Πολυχρονίδη. Θα έλεγα εξ’ ανάγκης. Δεν το μετάνιωσα. Μάλιστα, μπορώ να πω ότι φάνηκα και τυχερός.
Έτσι, ξαφνικά βρέθηκα σ’ ένα υπόγειο, στριμωγμένος σε μια γωνιά, να απομαγνητοφωνώ ειδήσεις, τότε βλέπετε δεν υπήρχαν πρακτορεία, διαδίκτυο κ.λπ., να κάνω διορθώσεις. Κι απέναντί μου, μπροστά στους τυπογραφικούς πάγκους, στις «κάσες», όπως τις αποκαλούσαμε, με τα γράμματα, οι τυπογράφοι, γράμμα γράμμα να γράφουν, να συνθέτουν τα κείμενα. Όρθιοι επί ώρες, σχεδόν αμίλητοι, λες και βρίσκονταν σε κάποια ιεροτελεστία, γέμιζαν τα συνθετήρια με προτάσεις, τους σελιδοθέτες με ολοκληρωμένα κείμενα και στη συνέχεια με τις σελίδες της εφημερίδας.
Κούραση και υπερηφάνεια στο τέλος της δουλειάς. Τελευταίο σκούπισμα χάϊδεμα το έβλεπα εγώ- της τυπογραφικής πλάκας, της δουλειάς τους, πριν το πιεστήριο μπει μπροστά.
Κι όλοι να περιμένουν το πρώτο, το δεύτερο, το τρίτο φύλλο. Να πάρουν εφημερίδα τρεις, τέσσερις η ώρα το πρωί και μετά να πάνε για ύπνο. Κούραση αλλά η ικανοποίηση φανερή.
Ίδιες εικόνες για μερικά χρόνια κι όταν προχώρησα στην έκδοση των «Χανιώτικων νέων» με τη βοήθεια μερικών φίλων.
Τυπογράφοι και λινοτύπες μαζί σε ανήλιαγα υπόγεια και αποθήκες, έδιναν τον αγώνα για κάθε μορφή έκδοσης.
Με αγάπη και σεβασμό απέναντι στα άψυχα αντικείμενα της δουλειάς τους. Αυτά τα τυπογραφικά αντικείμενα, τα τυπογραφικά μηχανήματα, οι τυπογράφοι, οι χειριστές τους, δεν έπρεπε να ξεχαστούν.
Η ιδέα της δημιουργίας ενός Μουσείου Τυπογραφίας άρχισε να στριφογυρίζει από τότε, πριν μερικές δεκαετίες, περίπου, στο μυαλό μου”.
Με την πάροδο των χρόνων τα οικονομικά της εφημερίδας χάρη στο αναγνωστικό της κοινό και στους διαφημιζόμενους πελάτες βρέθηκαν σε καλύτερη μοίρα. Και η περιπλάνηση, η αναζήτηση στο θαυμαστό κόσμο της τυπογραφίας, των ανθρώπων της για τη δημιουργία του μουσείου αρχίζει.
Μια αναζήτηση, βέβαια, που δεν θα είχε αποτέλεσμα, αν σ’ αυτό το όνειρο και την πορεία δεν γινόταν κοινωνός ο από παλιά φίλος και συνεργάτης, Μιχάλης Γρηγοράκης.
Σταδιακά άρχισε η προσπάθεια για τη συγκέντρωση τυπογραφικών πιεστηρίων και άλλων αντικειμένων που σχετίζονται με την τέχνη της τυπογραφίας, διαδικασία που οδήγησε στη γέννηση του Μουσείου Τυπογραφίας της εφημερίδας “Χανιώτικα νέα”, το οποίο εγκαινιάστηκε τον Μάιο του 2005.
Το 2012 η γνωριμία με τον τυπογράφο Αντώνη Παπαντονόπουλο και η απόκτηση των δύο αξιόλογων εκθέσεών του για την Ιστορία της Γραφής και την Πορεία της Τυπογραφίας και των Γραφικών Τεχνών, οδήγησε στην προσθήκη μίας νέας πτέρυγας, με την οποία το Μουσείο Τυπογραφίας διπλασιάστηκε σε μέγεθος και εμπλουτίστηκε με νέα εκθέματα.
Σημαντικός και συνεχής είναι ο ρόλος των δωρητών του Μουσείου Τυπογραφίας με την προσφορά μηχανημάτων, αντικειμένων, εκδόσεων, τεχνογνωσίας και υπηρεσιών.
Οι συλλογές
Το πρώτο στην Ελλάδα Μουσείο, αφιερωμένο εξολοκλήρου στην τυπογραφία, την τέχνη που άλλαξε την ροή της ιστορίας, αναπτύσσεται σε δύο μεγάλες πτέρυγες, τρεις επιμέρους αίθουσες, βιβλιοθήκη, αμφιθέατρο, πωλητήριο μουσείου και καφέ, καλύπτοντας συνολική έκταση περίπου 1.200τ.μ.
Κατά τη διάρκεια της ξενάγησης, μικροί και μεγάλοι επισκέπτες έχουν την ευκαιρία να τυπώσουν στα παλιά πιεστήρια και να ανακαλύψουν ένα ξεχασμένο αυτονόητο: τον κόπο και την ανθρώπινη ευφυΐα που βρίσκονται πίσω από κάθε τυπωμένο κείμενο.
Εκπαίδευση
Στο Μουσείο Τυπογραφίας υλοποιούνται εκπαιδευτικά προγράμματα για σχολεία όλων των βαθμίδων, ώστε να μπορέσουν οι μαθητές να αποκτήσουν ενδιαφέρον, γνώσεις και άποψη για την Τυπογραφία.
Κάθε χρόνο περίπου 5.000 μαθητές, από τα σχολεία της Κρήτης, αλλά και της υπόλοιπης Ελλάδας, σχολές Γραφικών και Καλλιτεχνικών Σπουδών κ.α. επισκέπτονται το χώρο. Τα παιδιά, γίνονται για λίγο “μικροί” τυπογράφοι και χειρίζονται μαζί με το προσωπικό του μουσείου αυθεντικά μηχανήματα του 19ου αιώνα που χρησιμοποιούνταν για να τυπώνονται βιβλία, εφημερίδες, κάρτες κλπ. Παρακολουθούν βίντεο σχετικά με το πως τυπώνονται οι εφημερίδες σήμερα, πως γίνεται η βιβλιοδεσία και παράλληλα ξετυλίγεται επεξηγηματικός διάλογος με τους υπεύθυνους του μουσείου που αποκαλύπτει στους μικρούς επισκέπτες όλα τα …μυστικά της τυπογραφίας.
Μετά την ξενάγηση τα βιβλία και οι εφημερίδες δεν είναι πλέον αδιάφορα, άψυχα αντικείμενα στα μάτια των παιδιών, αλλά ζωντανοί οργανισμοί, που δημιουργήθηκαν με πολύ κόπο και μεράκι και ως τέτοιοι αξίζουν τον σεβασμό και την αγάπη όλων.
Εκτός όλων των άλλων, το Μουσείο Τυπογραφίας είναι μέλος του Ευρωπαϊκού Συνδέσμου Μουσείων Τυπογραφίας (Association of European Printing Museums), του Παγκόσμιου Συνδέσμου Μουσείων Τυπογραφίας (International Association of Printing Museums) και της Ευρωπαϊκής Διαδρομής Βιομηχανικής Κληρονομιάς του Συμβουλίου της Ευρώπης (European Route of Industrial Heritage).
Το 2016 το Μουσείο Τυπογραφίας ήταν υποψήφιο για το σπουδαίο βραβείο “Ευρωπαϊκό Μουσείο της Χρονιάς 2016”, European Museum of the Year Award (EMYA 2016) που απονέμεται από το Φόρουμ των Ευρωπαϊκών Μουσείων (European Museum Forum – EMF) και τελεί υπό την αιγίδα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Το 2017 βραβεύτηκε από την Ένωση Γραφιστών Ελλάδας για την Πολιτιστική του Προσφορά.