Πολύ εύστοχα η Σέριφος ονομάστηκε «Η σιδηρά νήσος» ανάμεσα στα Κυκλαδονήσια, εξαιτίας της άνθησης της βιομηχανίας του σιδήρου. Η ιστορία του μικρού νησιού μας σημαδεύτηκε από τις μεταλλευτικές δραστηριότητες των ανθρώπων από την προϊστορική εποχή. Το 1884 η γαλλική εταιρεία του Λαυρίου «Σπηλιαζέζα» απέκτησε άδεια για μεταλλευτικές δραστηριότητες στο νησί και ανέθεσε την εργολαβία και τη διεύθυνση των εργασιών στον Αιμίλιο Γρώμαν (μεταλλειολόγο) ο οποίος κατόρθωσε και η επιχείρηση να εξελιχθεί και οι εργαζόμενοι να αυξάνονται. Ο θάνατος του Γρώμαν το 1904 άφησε ένα μεγάλο κενό στην επιχείρηση. Η εταιρεία έδωσε τη θέση του στον γιό του Γεώργιο Γρώμαν, επίσης μεταλλειολόγο, ο οποίος όμως δεν διέθετε ούτε τις οργανωτικές, ούτε τις διαχειριστικές ικανότητες του πατέρα του. Άρχισαν τότε οι διενέξεις μεταξύ εργαζομένων και εργοδοσίας. Ήταν αρκετά τα εργατικά ατυχήματα και οι θάνατοι και οι δυο χιλιάδες περίπου μεταλλωρύχοι, δεν είχαν τη δύναμη, ούτε τη γνώση να διεκδικήσουν και την οκτάωρη εργασία, (εργάζονταν 12 ώρες) και κυρίως την εξασφάλιση συνθηκών για την σωματική τους ακεραιότητα.
Προσπάθησαν και παρακάλεσαν τον εργοδότη να ακούσει τα αιτήματά τους, αλλά ο Γρώμαν προετοίμασε σχέδιο καταστολής των εργατών με βίαια μέσα και τους αποκάλεσε αναρχικούς και στασιαστές. Και τότε οι εργάτες έκαναν την πρώτη απεργία…
Περιγραφή της απεργίας
«Ήταν Κυριακή πρωί, 21 Αυγούστου του 1916. Οι εργάτες με τις γυναίκες τους ήταν συγκεντρωμένοι στην προβλήτα των μεταλλείων και αρνιόντουσαν να φορτώσουν το ελλιμενισμένο πλοίο, αξιώνοντας την καθιέρωση του οκταώρου. Οι ιθύνοντες ήταν συγκεντρωμένοι στη βεράντα του Γρώμαν, σαν κάτι να περίμεναν. Ο πατέρας μου, ο Παπαγιάννης κι εγώ (ήμουν τότε 9 χρόνων) σημαίναμε τις δύο καμπάνες του Αγίου Νικολάου για τη Λειτουργία. Έξαφνα βλέπουμε στο δρόμο να περνά μια φάλαγγα από 20-30 χωροφύλακες με κατεύθυνση προς τους εργάτες. Ο πατέρας μου ανησύχησε, διέκοψε την κωδωνοκρουσία μπήκε στο Ιερό άρχισε να ντύνεται τα άμφια και μου είπε: «Κάτσε έξω κι αν ακούσεις πυροβολισμό να με ειδοποιήσεις, αμέσως». Δεν πέρασε πολύ ώρα και ακούστηκε ο πρώτος πυροβολισμός. Ο πατέρας μου απέβαλε τα άμφια και έτρεξε στην προβλήτα την ώρα ακριβώς που εμαίνετο η μάχη. Χωρίς δισταγμό μπήκε ανάμεσα στα διαμαχόμενα μέρη, στράφηκε στους εργάτες και τους είπε να σταματήσουν την αντεπίθεση. Οι εργάτες επειδή τον αγαπούσαν και τον σέβονταν σταμάτησαν. Αυτόματα σταμάτησαν και οι χωροφύλακες τους πυροβολισμούς. Και ο παπάς τους ζήτησε να φύγουν. Και τότε οι χωροφύλακες εξαφανίστηκαν σεβόμενοι τον ιερέα. Στη συνέχεια ο πατέρας μου περισυνέλλεξε τους τραυματίες και τους τοποθέτησε σε κατάλληλα σπίτια όπου τους προσφέρθηκαν οι πρώτες βοήθειες. Μετά πήγε στα γραφεία της Εταιρείας, δεν ήταν κανείς εκεί και μετά στον σταθμό χωροφυλακής όπου είχαν κρατηθεί κάποιοι εργάτες και ζήτησε να αποφυλακισθούν. Περίμεναν το μοίραρχο, αλλά…ήταν ήδη νεκρός.
Τότε ανέλαβε ο ανθυπομοίραρχος την αποφυλάκιση των κρατουμένων και με τη βοήθεια του παπα-Γιάννη έγινε μια συγκινητική συνάντηση απεργών, με τα μέλη του σωματείου κα. Μετά όλοι μαζί με επικεφαλής τον παπά μπήκαν στις γαλαρίες των μεταλλείων όπου είχαν καταφύγει οι χωροφύλακες γιατί είχαν εντολή να μην χτυπήσουν έστω και αν τους επιτεθούν οι απεργοί. Μαζί πάντα με τον παπά κατέβηκαν στην προβλήτα συνοδεύοντας τους χωροφύλακες για να φύγουν. Όλα τελείωσαν ειρηνικά…αλλά δεν ξέχασαν ποτέ ότι αυτή η απεργία είχε νεκρούς και τραυματίες. ….Ήταν πια μεσημέρι εκείνη την ημέρα της 21ης Αυγούστου, όταν γυρίσαμε στην εκκλησία και συνεχίσαμε τη λειτουργία που είχε διακόψει ο πατέρας μου, ο οποίος καθ’ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας έκλαιγε με λυγμούς.
Ο καλός «πρεσβευτής»!
Από τότε (από τα γεγονότα του 1916) κάθε διαπραγμάτευση μεταξύ της Εταιρείας και των μεταλλωρύχων γινόταν διά του παπα- Γιάννη που οι εργάτες τον θεωρούσαν εγγυητή για την τήρηση των συμφωνιών. Όταν όμως το 1936, η Εταιρεία αθέτησε κάποια υπόσχεση της και παρά την ιδιαίτερη φροντίδα του παπά δεν συμφωνήθηκε να φροντίσει τους εργάτες, ο παπάς πικράθηκε και θέλησε να απομακρυνθεί από το νησί, αφού δεν μπορούσε άλλο να βοηθήσει. Ζήτησε τότε από τον Μητροπολίτη Φιλάρετο, αν ήταν δυνατόν, την μετάθεσή του, αφού θεώρησε ότι έπρεπε να απομακρυνθεί. Ο Φιλάρετος τον τοποθέτησε στο Μάννα στη Σύρο στο Ναό των Αγίων Αναργύρων. Πέρασαν δυο χρόνια. Και τότε η Εταιρεία κατάλαβε ότι ο παπα – Γιάννης ήταν όχι μόνο ο σεβάσμιος ιεράρχης, αλλά και ο σωστός «πρεσβευτής» ανάμεσα στους εργαζόμενους και στην Εταιρεία. Έστειλε, τότε, έναν σοβαρό άνθρωπο στον Δεσπότη και παρεκάλεσε την επάνοδο του παπά στη Σέριφο. Το αίτημα έγινε δεκτό και ο παπάς με πλοίο της Εταιρείας και με τιμητική συνοδεία από εργάτες ξαναγύρισε στη θέση του. Η υποδοχή που του επιφύλαξαν οι συμπατριώτες του στο Μέγα Λιβάδι υπήρξε αποθεωτική και μένει αλησμόνητη σε όσους την έζησαν…»
Το «οκτάωρο» καθιερώθηκε στη Σέριφο.
Οι δραστηριότητες των μεταλλείων της Σερίφου άφησαν πίσω τους μια μεγάλη προβιομηχανική ιστορία της χώρας μας. Άγνωστος είναι ο αριθμός των ανθρώπων που άφησαν την τελευταία τους πνοή στα έγκατα της γης του νησιού. Μοναδική ίσως ανάμνηση των αγώνων τους είναι το μνημείο που στήθηκε γι’ αυτούς στον όρμο στο Μέγα Λιβάδι.
Μήπως θα έπρεπε να μάθουν και στην άλλη Ελλάδα και να διατηρηθεί στη μνήμη μας ότι κάποτε κάποιοι φτωχοί εργάτες σ’ ένα μικρό νησί του Αιγαίου πλήρωσαν με τη ζωή τους την καθιέρωση του οκταώρου.
Την εποχή εκείνη (100 χρόνια πριν δούλευαν στα μεταλλεία της Σερίφου εργάτες απ’ όλες τις Κυκλάδες και ιδιαίτερα πολλοί από τη Μήλο, την Κίμωλο, την Πάρο και τη Μύκονο.