Όταν ο λύκος δεν είναι εδώ

Συν Αθηνά και πόδα κίνει

Συντάκτης: Αντώνης Μπούμπας
Έντυπη Έκδοση

“Φτάσαμε Λαμία; Να κατέβω”; ρώτησε με απόγνωση η φίλη μου, λίγο πριν καταθέσει ψυχή και σώμα επάνω στον ηλεκτρικό διάδρομο.

“Συνέχισε. Ούτε τα Κιούρκα δεν έχουμε περάσει ακόμα” απάντησα με όσο κουράγιο μου είχε απομείνει, διότι απ' το τόσο πάτημα της γλώσσας μου στο δάπεδο, δυσκολευόμουν πλέον στην άρθρωση.

“Από θερμίδες...πώς τα πάμε”; ψέλλισε.

“Καλά”, είπα διστακτικά. “Έχουμε πάρει 100”.

“Τι πράγμα”; αναφώνησε και παραλίγο να πέσει τ' ανάσκελα. “Τρέχουμε είκοσι λεπτά και αντί να κάψουμε λίπος, έχουμε βάλει και από πάνω”;

“Αφού τώρα κατεβαίνουν στο στομάχι τα πέντε καραφάκια ούζο που ήπιαμε χθες” εξήγησα εγώ, προσπαθώντας ταυτόχρονα να σκουπίσω από τα χείλη μου τις εκκρίσεις των σιελογόνων αδένων μου.

Αμέσως, η φίλη μου χλόμιασε και άρχισε να χτυπάει το κεφάλι της στην οθόνη του μηχανήματος.

“Ας με πυροβολήσει κάποιος. Δε ζητάω πολλά. Μια σφαίρα στην καρδιά και έξω από την κάσα. Στέκομαι και σε εύκολη θέση, μπροστά στο παράθυρο. Μπορεί να στηθεί ωραιότατα ένας ελεύθερος σκοπευτής στο απέναντι κτήριο και να με απαλλάξει από το μαρτύριό μου μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα” μονολογούσε, έχοντας μεγάλα κέφια.

Όσο εκείνη συνέχιζε να παραληρεί, εγώ σκεφτόμουν τις καμουφλαρισμένες ομοιότητες ανάμεσα στο γυμναστήριο και στα κάτεργα. Τι κι αν φαίνεται ότι στην πρώτη περίπτωση ενεργείς κατόπιν δικής σου πρωτοβουλίας; Είναι μεγάλο ψέμα. Στην πραγματικότητα, πάλι εκτίεις ποινή καταναγκαστικών έργων, μόνο που αυτή τη φορά στην επιβάλλει το σώμα σου, σε συνεργασία με το φαινόμενο του αντικατοπτρισμού.

Διαφήμιση

Γιατί το γυμναστήριο να μην είναι όπως το κομμωτήριο; Να μπορείς να δείχνεις στον γυμναστή ποιους κοιλιακούς θέλεις μέσα από τον κατάλογο και αυτός να στους κάνει πακέτο για το σπίτι; Όμως όλα κινούνται εναντίον μας. Αν δεν κουνήσεις το δαχτυλάκι σου και αν ο ιδρώτας δε λούσει το χαλαρωμένο κορμί σου, αποτέλεσμα δεν θα δεις.

Δυστυχώς, αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις. Μπορεί να κάθομαι αραχτός στο μπαλκόνι και να σκέφτομαι ότι οι γλάστρες μου θέλουν πότισμα, αλλά αν δεν μπω στη διαδικασία να πιάσω το λάστιχο να τις δροσίσω, θα πρέπει να συμβιβαστώ με την ιδέα ότι σύντομα θα τους πω το ύστατο χαίρε. Το ίδιο συμβαίνει και με τους λογαριασμούς. Στοιβάζεις τον έναν επάνω στον άλλο και παίζεις τζένγκα αντί να βάλεις τις υποχρεώσεις σου σε μία σειρά. Η αδιαφορία σου και η μετατόπιση των ευθυνών σε κάποια άλλη ανώτερη δύναμη έχουν ως αποτέλεσμα την άμεση μετατροπή της οικίας σου σε “κρυφό σχολειό” και τα τατουάζ από μελανιές σε κάθε σημείο του κορμιού σου, μετά τις απανωτές συγκρούσεις σου με τα “κακά” έπιπλα.

Το πρόβλημα είναι ότι με τη δικαιολογία του “δεν ξέρω”, προσπαθώ να κρύψω την πρόθεσή μου να μείνω αμέτοχος από οτιδήποτε θα με κουράσει και θα με βγάλει από τη βολή μου. Ενοχλούμαι από την απειλή των σχολικών συγχωνεύσεων, από τους υποβιβασμούς των νοσοκομείων και τις ενδεχόμενες απολύσεις στο δημόσιο τομέα, αλλά από τη στιγμή που δε με αφορούν, δεν θα το παίξω επαναστάτης Ποπολάρος. Βέβαια και να με αγγίζουν, θα προσπαθήσω να πείσω τους γύρω μου, ότι κάποιοι άλλοι πιο δυναμικοί και με πιο στεντόρεια φωνή είναι καλύτεροι και πιο ικανοί από μένα προσωπικά για να ανατρέψουν τα δεδομένα. Έχοντας βγάλει την ουρά μου απ' έξω, περιμένω απλά την αλλαγή και δυσανασχετώ όταν αυτή δεν έρχεται. Γιατί οι εποχές έχουν αλλάξει και πλέον “όποιος δε θέλει να ζυμώσει, τα παίρνει έτοιμα”.

Έλα όμως, που αυτή η τακτική δεν πιάνει πάντα. Μπορεί να ισχυρίζονται πολλοί ότι “δεν θέλει κόπο, θέλει τρόπο”, αλλά αν δεν κοπιάσεις, ούτε στο στενό τζιν σου θα χωρέσεις, ούτε τη δουλειά σου θα κρατήσεις, ούτε γιατρούς στο νοσοκομείο θα έχεις.

“Οπότε τι κάνουμε τώρα”, με ρώτησε η φίλη μου, έτοιμη να σωριαστεί στο διάδρομο.

“Τρέχε και την επόμενη φορά, ξεροσφύρι το χταποδάκι. Χωρίς ούζο”, είπα με έντονα επικριτικό ύφος.

“Ας είναι” αναστέναξε και ανεβάσαμε ταχύτητα, για να δούμε επιτέλους μια άσπρη μέρα.

Καλή Ανάσταση!