Θα' ναι πολύ κουραστικό να αναζητάς συνεχώς κάτι το μεμπτό για να προσάψεις στους άλλους. Γιατί πέρα από τις φορές, που οι ίδιοι θα σου δώσουν στο πιάτο την αφορμή, το υπόλοιπο διάστημα πρέπει να στύβεις συνεχώς το μυαλό σου για να βρίσκεις τι σε ενοχλεί. Όταν μάλιστα οι λόγοι είναι προφανείς και χρειάζονται «καμουφλάρισμα», το μυαλό παίρνει διπλές και τριπλές στροφές για να σκεφτεί κάτι πρωτότυπο και αληθοφανές.
“Γιατί έριξες άσπρη μπογιά στο graffiti του Eye' s Walk με θέμα το προσφυγικό”; Βαρέθηκε ο κόσμος τις τετριμμένες απαντήσεις περί ρατσισμού, ξενοφοβίας, διακρίσεων και ακροδεξιών φρονημάτων. Δεδομένου κιόλας ότι, ζούμε σε μια μικρή κοινωνία, όπου και οι πέτρες θα θυμούνται αύριο τι δήλωσες σήμερα, δεν υπάρχει λόγος να αναλωνόμαστε με την πεζή πραγματικότητα. Άλλωστε, υπάρχουν χίλια δυο πιθανά σενάρια. “Έκανα μερεμέτια στο σπίτι, πήγα να πετάξω τις μπογιές στον κάδο, παραπάτησα στο πεζοδρόμιο, μου έφυγε το κουτί από τα χέρια, αναποδογύρισε στον αέρα και το χρώμα προσγειώθηκε συμπτωματικά πάνω στο πρόσωπο του προσφυγόπουλου, λίγα μέτρα πιο κάτω”. Όχι πες μου... ποιος δεν θα το πιστέψει;
Θα μπορούσες επίσης να υποστηρίξεις ότι, προχώρησες σε αυτή την εικαστική παρέμβαση, επειδή ακολουθείς άλλο καλλιτεχνικό ρεύμα. “Είμαι οπαδός της αφηρημένης ζωγραφικής και όχι της ρεαλιστικής. Γατί ο θεατής να αντιλαμβάνεται κατευθείαν ότι στο έργο απεικονίζεται ένα παιδί από τη Συρία και όχι ένα Ελληνόπουλο, που άρπαξε λίγο στον ήλιο; Εγώ για την τέχνη και ασβέστη ρίχνω”.
Η απάντηση θα πρέπει να είναι ευρηματική, για να ξεχωρίσει ανάμεσα στις κλισέ δικαιολογίες. “Τα graffiti καταστρέφουν τη φυσιογνωμία της Ερμούπολης”. Επομένως παίρνεις την πρωτοβουλία να καταστρέψεις τα graffiti, που καταστρέφουν την Ερμούπολη για να περάσεις στους περαστικούς το μήνυμα πως ό,τι δεν εκφράζει τα γούστα και τις κοινωνικές ή πολιτικές θέσεις μας, εμείς το καταστρέφουμε”. Απόλυτα δημοκρατικό και ξεκάθαρο, γιατί σκέφτεσαι πως, αν δεν τα λεηλατήσω, δεν πρόκειται να τα απομακρύνουν. Μόνο που δεν “λεηλάτησες” το σύνολο των έργων που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ, αλλά επικεντρώθηκες αποκλειστικά στο προσφυγόπουλο με το σωσίβιο κι ένα μπαλόνι γεμάτο όνειρα και ελπίδα.
Μήπως το έργο αυτό δεν ήταν τόσο επιτυχημένο κι ένιωθες πως προσβάλλει την αισθητική σου; Τώρα που μετέτρεψες το παιδάκι σε Michael Jackson, μετά τις πλαστικές, σου αρέσει περισσότερο; Ταιριάζει καλύτερα στην πόλη, στο νησί, στη χώρα;
Τις τελευταίες εβδομάδες ακούμε και διαβάζουμε συνεχώς για την επέτειο των 190 χρόνων από την ονοματοθεσία της Ερμούπολης. Από το πρωί έως το βράδυ μνημονεύουμε τους πρόσφυγες από τη Χίο, τη Μικρά Ασία, την Κάσο, τα Ψαρά και την Κρήτη που στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν από τον τουρκικό ζυγό, βρήκαν καταφύγιο στη Σύρο και δημιούργησαν την πόλη μας από το μηδέν. Αυτούς τους πρόσφυγες της Ελλάδας τους τιμάμε και καλά κάνουμε, γιατί το έργο τους ήταν καθοριστικό στην ιστορία του νεότερου ελληνικού κράτους. Τους πρόσφυγες όμως από το εξωτερικό, δεν θέλουμε να τους βλέπουμε ούτε ζωγραφιστούς. Κι αν τους δούμε, δε διστάζουμε να καταστρέψουμε έργα τέχνης που φτιάχτηκαν με πολύ κόπο από τους δημιουργούς τους για να εκφράσουν κάποιο κοινωνικό μήνυμα. Δεν υπολογίζουμε ότι ο βανδαλισμός δημιουργεί μία κακή εικόνα για την πόλη και τους εαυτούς μας. Δεν συνειδητοποιούμε ότι θύμα του μίσους και της μανίας μας είναι ο ίδιος ο Άνθρωπος, που πρέπει να προασπίσουμε ανεξάρτητα από το χρώμα, τη φυλή, τη γλώσσα ή τη θρησκεία του.
Είναι η δεύτερη φορά που την πληρώνει το Eye's Walk Digital Festival. Πέρυσι, ξεκρέμασαν και έκλεψαν ένα έργο της εικαστικού Γιολάντας Ζιάκα και φέτος έβαψαν το graffiti της ομάδας Rea-lly? Team. Δύο περιστατικά εντελώς διαφορετικά, που συνδέονται μοιραία λόγω της σχέσης τους με το συγκεκριμένο φεστιβάλ.
Η τέχνη του δρόμου είναι αρκετά διαδεδομένη σε όλες τις πολιτισμένες και αναπτυγμένες χώρες του κόσμου, που επιθυμούν να ανοίξουν ένα διάλογο με την κοινωνία. Μόνο εδώ υπάρχει λογοκρισία. Αν το έργο απεικόνιζε τους δύο λόφους της Σύρου, τα Βαπόρια ή κάτι άλλο σχετικό, τότε δεν θα μας φαινόταν έξω από το χαρακτήρα του νησιού. Από τη στιγμή όμως που μας θυμίζει ότι πέρα από τον “μικρόκοσμό” μας, υπάρχει και μια άλλη θλιβερή πραγματικότητα, πρέπει να βρούμε κάτι για να το σταματήσουμε. Και το κακό είναι ότι.... βρίσκουμε.