Στα 200 χρόνια από την ονοματοδοσία της Ερμούπολης (1826), που εορτάζονται φέτος, είναι αφιερωμένο το ημερολόγιο της Ειδικής Υπηρεσίας Διαχείρισης της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου για το 2026.
Στις σελίδες του, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο εισαγωγικό σημείωμα, απεικονίζονται
φωτογραφικά ορισμένα σημεία και πλευρές της ακμάζουσας Ερμούπολης, όπως έχουν διαμορφωθεί στον χρόνο, σήμερα. Δεν πρόκειται για τα κυριότερα ή τα σημαντικότερα, συνιστούν πάντως ένα σύντομο ταξίδι στην πρώιμη ιστορία της πόλης. Δηλαδή, κατά κάποιο τρόπο αποτελούν και μια πρόταση περιήγησης στη σημερινή Ερμούπολη.
“Το 2026 είναι μία χρονιά με ιδιαίτερο συμβολισμό για το Νότιο Αιγαίο και για ολόκληρη τη χώρα. Συμπληρώνονται 200 χρόνια από την ίδρυση της Ερμούπολης, μίας πόλης που γεννήθηκε από τις στάχτες της ιστορίας, όπου το δράμα της προσφυγιάς, μετατράπηκε σε λίκνο δημιουργίας, εμπορίου, ναυτιλίας και πολιτισμού”, αναφέρει, μεταξύ άλλων, στο μήνυμά του, ο περιφερειάρχης Νοτίου Αιγαίου και πρόεδρος της ΕΝΠΕ, Γιώργος Χατζημάρκος.
Τα κείμενα του συγκεκριμένου ημερολογίου, το οποίο οποίο τυπώθηκε από την Τυποκυκλαδική Α.Ε, είναι του Νίκου Αλμπανόπουλου, την επιμέλεια της έκδοσης, είχαν ο Βαγγέλης Αραγιάννης, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι αποτελεί το πρώτο αφιέρωμα σε αυτή τη τόσο σημαντική επέτειο για τη Σύρο, την έδρα της Περιφέρειας, αλλά και για όλο το Νότιο Αιγαίο, που κυκλοφόρησε από δημόσιο φορέα.
“Ερμούπολιν! Ερμούπολιν!” - 200 χρόνια μετά
Το ημερολόγιο της Ειδικής Υπηρεσίας Διαχείρισης της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου είναι αφιερωμένο στα 200 χρόνια από αυτή την ιστορική για την έδρα της Περιφέρειας στιγμή. Στις σελίδες του απεικονίζονται φωτογραφικά ορισμένα σημεία και πλευρές της ακμάζουσας Ερμούπολης, όπως έχουν διαμορφωθεί στο χρόνο, σήμερα.
“Το 1821 οι πρώτοι πρόσφυγες εξ ανατολών άρχισαν να αποβιβάζονται στον κόλπο κάτω από τον μοναδικό τότε αξιόλογο οικισμό της Σύρου, τη σημερινή Άνω Σύρο. Τι αντίκριζαν περιγράφει με γλαφυρό τητα και χιούμορ ο μεγαλέμπορος Λουκάς Ράλλης, που λίγα χρόνια
αργότερα έπαιξε κεντρικό ρόλο στην ονομασία της νέας πόλης: «Ο πληθυσμός της Σύρου περιωρίζετο τότε εντός της αποτόμου και πενιχράς κορυφής. Καθ’ όλην την έκτασιν την οποίαν σήμερον καλύπτει η πλούσια Ερμούπολις δεν έβλεπες ή βράχους γυμνούς. Μόνον εκεί, όπου
σήμερον επί λιθοστρώτου πλατείας παιανίζει η μουσική και σύρουσιν αι κυρίαι τας μεταξωτάς ουράς των, κήποι τινές και ολίγα δένδρα εμαρτύρουν των πτωχών κατοίκων την φιλοπονίαν».
Κάποιοι πρόσφυγες έγιναν δεκτοί στον οικισμό, όπου πρόχειρα βολεύτηκαν σε εκκλησίες, σοκάκια, αυλές ή όπου αλλού χωρούσαν. Άλλοι πάλι κατασκήνωσαν στον αντικριστό λόφο, γυμνό ακόμα από σπίτια.
Άλλοι τέλος, χαμηλά στην ακτή, στο περίγραμμα του μεγάλου φυσικού κόλπου. Ορθόδοξοι σχεδόν όλοι, εκκλησιάζονταν αρχικά σε δύο μικρούς ναούς του δικού τους δόγματος στην Άνω Σύρο. Ουδείς σκεφτόταν ότι αυτή η πρόχειρη εγκατάσταση θα αποκτούσε μόνιμο χαρακτήρα.
Και κανείς τους δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ήταν δυνατόν να ξε φυτρώσει μια πολιτεία με μεγάλα σπίτια, πλακόστρωτους δρόμους και πλατείες, και κυρίες που θα χόρευαν σέρνοντας «τις ουρές των μεταξωτών ενδυμάτων τους» εκεί που τώρα υπήρχαν τσαντίρια, πρόχειρα αποχωρητήρια και φύρδην μίγδην ανοιγμένες αποσκευές με οικιακά σκεύη, κουβέρτες, τυλιγμένα ρούχα και ό,τι άλλο είχαν προλάβει να αρπάξουν τη μέρα που άφηναν την εστία τους.
Χρειάστηκαν μήνες, ίσως χρόνος για να αρχίσουν οι πρόσφυγες να αντιλαμβάνονται ότι αυτός ο άγνωστος ως χτες τόπος που σχεδόν τυχαία τους φιλοξένησε, είχε ορισμένα προτερήματα. Διέθετε την προστασία των πολεμικών πλοίων της Γαλλίας κυρίως, και τα πρώτα χρόνια μετά την εξέγερση δεν εθεωρείτο από τους Οθωμανούς επαναστατική περιοχή. Διέθετε επίσης άριστο φυσικό λιμάνι και καλή γεωγραφική θέση στους θαλάσσιους εμπορικούς δρόμους. Τότε άρχισαν ορισμένοι
ανάμεσά τους να τον σκέφτονται ως νέα πατρίδα και να χτίζουν τα πρώτα σπίτια προκειμένου τα παιδιά τους να γεύονται μια ζωή που κάπως θύμιζε εκείνη που είχαν αφήσει πίσω.
Κύλησαν ένα δυο χρόνια ακόμα για να αρχίσει να αποκτά η πόλη έναν ιστό, όμοιο περίπου με τον σημερινό. Στο μεταξύ κατέφθασαν χιλιάδες πρόσφυγες ακόμα, άλλοι κομίζοντας το ρευστό που είχαν διασώσει, άλλοι γνώσεις και εμπειρία, άλλοι εργατική δύναμη και ανάγκη να θρέψουν τα μέλη της οικογένειας. Όλοι πάντως, με τη φιλοδοξία να φτιάξουν κάτι καινούργιο και άξιο.
Δεν ήταν ανέφελο το διάστημα που πέρασε. Υπήρξαν προστριβές με τους μόνιμους κατοίκους του νησιού και μεταξύ τους, πυκνές συγκρούσεις με τη νέα κρατική διοίκηση, αμηχανία με τους νέους θεσμούς και κανόνες, αμφιταλαντεύσεις, αγωνίες και πολλές επιτυχίες.
Το κυριότερο, υπήρξε μια πρωτόγνωρη αυτοπεποίθηση ότι αυτή η αυτοδημιούργητη κοινότητα είχε τη δυνατότητα να πετύχει τα πάντα μόνη της, συχνά κόντρα σε ό,τι επιδίωκε να την στενέψει.
Μια τόσο δυναμική κοινότητα, δεν μπορούσε να βλέπει την πόλη που έχτιζε να παραμένει ανώνυμη, να περιορίζεται σε ένα ταπεινό «Χώρα» όπως ονομάζονταν ασήμαντοι τότε οικισμοί σε άλλα κυκλαδονήσια, ή «Κάτω Σύρα» ή ό,τι άλλο συγγενές του ανώνυμου. Μετά από αναβολές,
οι κάτοικοί της συγκάλεσαν συνέλευση των ανδρών πολιτών στο προ αύλιο της πρώτης, μεγαλοπρεπούς για την εποχή εκκλησίας που είχαν χτίσει στο κέντρο της. Της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος. Στη διάρκειά της προτάθηκαν αρκετά ονόματα, χωρίς προσώρας κάποιο να κατακτά τη γενική αποδοχή. Τότε ο έμπορος Λουκάς Ράλλης πήρε το λόγο και πάνω κάτω είπε: Προτείνω να την ονομάσουμε «Ερμούπολις», προς τιμήν «του κερδώου Ερμή, υπό την σκέπην του
οποίου συνέστη και προήχθη». «Ερμούπολιν, Ερμούπολιν!» άρχισαν να φωνάζουν οι περισσότεροι παριστάμενοι, σκεπάζοντας δια βοής κάθε αμφιβολία. Ήταν Πέμπτη, 24 Ιουνίου 1826. Ο εκλεγμένος πρόεδρος της Συνέλευσης, Δρόσος Μανσόλας, διακεκριμένη προσωπικότητα της πόλης, συνέταξε και υπέγραψε το πρακτικό που περιελάμβανε και δεύτερη
σημαντική απόφαση, την εκλογή ολιγομελούς «δημογεροντίας» στην πράξη τοπικού συμβουλίου διοίκησης.
Αυτό ήταν. Η Ερμούπολη είχε αποκτήσει όνομα, ως πρώτο βήμα σε μια διαδρομή πρωτόγνωρης ανάπτυξης, που την έφερε στην κορυφή της Ελλάδας για λίγες φρενήρεις δεκαετίες, που χαρακτηρίζονταν από εμπορικό, βιομηχανικό, οικιστικό και πολιτιστικό πυρετό. Έκφραση του
δυναμισμού των πρώην προσφύγων, που τόλμησαν κάτι χωρίς προηγούμενο στη σύγχρονη Ελλάδα. Να πάρουν την υπόθεση της ζωής τους πάνω τους, ονομάζοντας οι ίδιοι την πόλη τους. Σύμβολο ευφυίας, ανεξαρτησίας και αυτοπεποίθησης”, αναφέρεται στο κείμενο.
“Η πόλη σύμβολο του ελληνικού 19ου αιώνα.”
Για την τόσο σημαντική επέτειο, αναφέρεται στο μήνυμά του και ο περιφερειάρχης, Γιώργος Χατζημάρκος, ο οποίος, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι η Ερμούπολη έγινε η καρδιά ενός νέου ελληνισμού που κοιτούσε προς τη θάλασσα και τον ορίζοντα.
“Το 2026 είναι μία χρονιά με ιδιαίτερο συμβολικό χαρακτήρα για το Νότιο Αιγαίο και για ολόκληρη τη χώρα. Συμπληρώνονται 200 χρόνια από την ίδρυση της Ερμούπολης, μιας πόλης που γεννήθηκε από τις στάχτες της ιστορίας, μίας πόλης όπου το δράμα της προσφυγιάς μετατράπηκε σε λίκνο δημιουργίας, εμπορίου, ναυτιλίας και πολιτισμού. Η Ερμούπολη υπήρξε το ζωντανό παράδειγμα του πως η πίστη στις δυνάμεις του ανθρώπου, η συλλογικότητα και η τόλμη, μπορούν να μεταμορφώσουν έναν τόπο και να γράψουν μία νέα σελίδα προόδου”, σημειώνει χαρακτηριστικά.
Φέρνοντας μάλιστα ως φωτεινό παράδειγμα την ανάπτυξη της Ερμούπολης, ο κ. Χατζημάρκος τονίζει ότι “η Ερμούπολη δεν υπήρξε μόνο λιμάνι. Υπήρξε σημείο συνάντησης ανθρώπων, κόσμων, ιδεών. Έγινε η καρδιά ενός νέου ελληνισμού που κοιτούσε προς τη θάλασσα και τον ορίζοντα. Αυτήν ακριβώς τη δημιουργική ενέργεια, επιδιώκουμε και σήμερα να κρατήσουμε ζωντανή στα νησιά του Νοτίου Αιγαίου. Η Ερμούπολη, πόλη σύμβολο του ελληνικού 19ου αιώνα, μας υπενθυμίζει πως η πρόοδος δεν χαρίζεται, κερδίζεται με κόπο, πίστη, επιμονή, συνέπεια και αφοσίωση”.