Μας αγαπώ, ως νησί και μας θαυμάζω, γιατί το να είσαι μονίμως εκτός θέματος, είναι κι αυτό μια πετυχεσιά. Ήρθαν τα «τζάκια» της Αθήνας να παρουσιάσουν στη Σύρο μία παράσταση φιλανθρωπικού χαρακτήρα κι εμείς ασχολούμαστε με τις θαλαμηγούς τους στο λιμάνι. Ή χολοσκάμε που οι γόνοι των πλουσίων πήγαν στο γάμο της Δούκισσας Νομικού στη Μύκονο κι εμείς μείναμε πάλι με τους γόνους καλαμαριού. Δεν πειράζει, φυλάξτε τα νυφικά στη ντουλάπα και ξαναβγάλτε τα στην επόμενη χορηγία του Ιδρύματος Κομνηνού.
Η ίδια φρενίτιδα υπήρχε και πριν δύο χρόνια, αλλά τουλάχιστον συνοδευόταν και από ένα ανάλογο ενδιαφέρον για τον σκοπό της επίσκεψης των σκαφάτων στο νησί. Όλοι ενθουσιάστηκαν με την παρουσίαση της «Μεγάλης Χίμαιρας» στο θέατρο «Απόλλων». Σου λένε «Μεγάλη Χίμαιρα» είναι αυτή, μία από τις πιο επιτυχημένες παραγωγές της Αθήνας, αναφέρεται στη Σύρο, τη σκηνοθετεί και ο Τάρλοου… καλά, αυτό το τελευταίο μπορεί να μην το είπαν πολλοί, αλλά όπως και να ‘χει, η πλειοψηφία των θεατρόφιλων έσπευσαν να προμηθευτούν εισιτήρια. Ενώ στην περίπτωση του «Θησαυρού του μακαρίτη» υπήρχε εξ’ αρχής ένα μάγκωμα, ένας δισταγμός, μία «δυσκοιλιότητα» που θα μπορούσαν να πουν και οι κακοπροαίρετοι. «Μα να πάμε σε μια παράσταση, στην οποία δεν παίζει κανένας γνωστός»; Τι να σας κάνω; Η Βασιλειάδου, ο Αυλωνίτης και ο Ρίζος το ακύρωσαν τελευταία στιγμή, γιατί τους έκανε το τραπέζι ο Άγιος Πέτρος.
Με τις σκέψεις αυτές, κάποιοι έχασαν μία από τις καλύτερες εκδηλώσεις του φετινού πολιτιστικού προγράμματός μας. Συν ότι στην παράσταση συμμετείχε εκτάκτως και ο γνωστός ηθοποιός Θανάσης Βισκαδουράκης, έτσι για να βγάλουν αφρούς οι φίλοι της τηλεόρασης που δεν το ήξεραν και το έχασαν. Πέρα από το φιλανθρωπικό σκοπό της (τα έσοδα των εισιτηρίων θα διατεθούν για την ενίσχυση του Κληροδοτήματος Δον Ιωάννου Στεφάνου στην Άνω Σύρο), ο «Θησαυρός του Μακαρίτη» από την Ομάδα Θεάτρου ’08 – Θεατροπαρέα ξεχώρισε και για έναν ακόμη λόγο. Από την πρώτη κιόλας ανακοίνωση, δόθηκε η εντύπωση στο κοινό ότι θα παρακολουθήσει μία αμιγώς ερασιτεχνική παράσταση με ανθρώπους που αγαπούν το θέατρο και βοηθούν μέσω αυτού ευπαθείς κοινωνικές ομάδες.
Δεν θα αρνηθώ το γεγονός ότι κι εγώ ο ίδιος, δεν είχα ιδιαίτερα μεγάλες προσδοκίες, δεδομένου ότι στο παρελθόν, δεν είχα παρακολουθήσει κάποια άλλη παράσταση της συγκεκριμένης ομάδας. Ξεκινάει το έργο και τα πρώτα δέκα λεπτά, οι αντιδράσεις του κοινού - μεταξύ αυτού κι εγώ – ήταν χλιαρές. Ξαφνικά και από το πουθενά, ακούγεται το πρώτο τραγούδι, πλαισιωμένο από μία ευφάνταστη χορογραφία με όλους τους ηθοποιούς μέσα και η παράσταση που μέχρι εκείνη τη στιγμή μπορεί να φαινόταν σε κάποιους passé, αρχίζει να μεταμορφώνεται σταδιακά σε μία υπερπαραγωγή. Το ένα πρωτότυπο τραγούδι διαδέχεται το άλλο και η σκηνή του ιστορικού θεάτρου της Ερμούπολης γεμίζει με μουσική, χορό, απολαυστικές ερμηνείες, κέφι, ζωντάνια και μπρίο από όλα τα μέλη του θιάσου. Και κυριολεκτώ, διότι αν δεν ήξερε κάποιος τον Θανάση Βισκαδουράκη, δεν θα μπορούσε να καταλάβει ποιος είναι επαγγελματίας ηθοποιός εκεί πέρα και ποιος όχι.
Δεν θα μείνουμε βέβαια μόνο στο κομμάτι της υποκριτικής, γιατί τα μέλη της «Θεατροπαρέας» έπαιζαν, τραγουδούσαν, χόρευαν και κινούνταν στη σκηνή με την ίδια άνεση. Επιπλέον, η πρωταγωνίστρια της παράστασης Νινέτα Κασκαρέλη, που είχε τον ρόλο της «κ. Θεώνης», διασκεύασε η ίδια το κείμενο της κινηματογραφικής ταινίας και έγραψε τους στίχους των τραγουδιών του συνθέτη Θάνου Γεωργουλά.
Παραπάνω τόνισα τα «δέκα λεπτά», γιατί μου μεταφέρθηκε ότι άνθρωπος της τέχνης του νησιού, αποχώρησε από την παράσταση δέκα με δεκαπέντε λεπτά μετά την έναρξή της, λέγοντας «ότι μυρίζει ναφθαλίνη». Να θυμίσουμε βέβαια ότι όλα τα δημοφιλή μιούζικαλ της Αμερικής και της Αγγλίας που ανεβαίνουν ελληνοποιημένα και στη χώρα μας, παίζονται για πολλές δεκαετίες, χωρίς να έχουν χάσει ούτε λίγη από τη διαχρονική λάμψη της. Κι επειδή εγώ προσωπικά, είμαι από εκείνους που είδαν το πολυδιαφημισμένο «Mamma Mia» στην Αθήνα και κουράστηκαν, θέλω απλά να αναφέρω ότι για μένα, ο «Θησαυρός του Μακαρίτη» ήταν κλάσεις ανώτερος, απολαυστικότερος και ποιοτικότερος.
Καταλήγοντας λοιπόν, θα πρέπει να ξεφύγουμε από παλαιωμένες αντιλήψεις και να κατανοήσουμε πως «ό,τι δεν λάμπει, μπορεί και να ‘ναι χρυσός».