Η μέρα που θα αποτρελαθούμε όλοι και ο κόσμος θα γίνει ένα απέραντο Δαφνί δεν αργεί. Ήδη, η αρχή έχει γίνει. Όπως μπορεί να διαπιστώσει ο καθένας, είτε παρατηρώντας τους ανθρώπους στο περιβάλλον του ή ακόμη ακόμη και τον εαυτό του, υπάρχει μία διάχυτη παράνοια, η οποία μέρα με τη μέρα μεγαλώνει και εξαπλώνεται και πλέον, καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε το παρανοϊκό ως κάτι το απόλυτα φυσιολογικό και παράλληλα με απόλυτη ψυχραιμία, χωρίς να ρωτάμε κάθε 3 λεπτά “Τι στο καλό;”.
Σ’ αυτή τη χώρα “εξαπανέκαθεν” ίσχυε ο κανόνας το “ό,τι δηλώσεις είσαι”, ωστόσο, αυτό πλέον έχει ξεφύγει από κάθε όριο και από κει που αυτό σήμαινε, μία παίκτρια ριάλιτι, που έγινε γνωστή για μία σκηνή σε κάποια τουαλέτα, να δηλώνει τραγουδίστρια και σόου-γούμαν, τώρα πλέον, ο κάθε πικραμένος, άεργος, ανεκπαίδευτος, ημιμπαμπουίνος, να εμφανίζεται από το πουθενά και να πουλάει τον εαυτό του, ως παράγοντα, χωρίς να έχει καταφέρει τίποτε στη ζωή του, χωρίς να έχει κανένα αξιόλογο δείγμα δουλειάς, χωρίς να έχει καν λόγο ύπαρξης στον τομέα του, λέγοντας απλά ένα “εγώ είμαι κάποιος”. Ποιος είσαι; Τι είσαι; “Ό,τι γουστάρω”. Αυτή είναι η απάντηση.
Διότι σε αυτή τη χώρα πλέον, οι πάντες μπορούν να σε δεχτούν ως “κάποιο”, αρκεί να σε γνωρίζουν χρόνια, να έχεις ανακατευτεί – τόσο όσο – στα πράγματα, απλά πηγαίνοντας με θράσος και λέγοντας “είμαι κάποιος”, με απόλυτη σιγουριά, μην αφήνοντας περιθώρια αμφισβήτησης. Ειδικά στις μικρές κοινωνίες, αναδύονται πολλοί τέτοιοι “κάποιοι”, που θεωρούν, ότι επειδή έχουν κάποιες γνωριμίες, μπορούν, χωρίς προσπάθεια, χωρίς δουλειά, χωρίς έστω μία αξιόλογη ένδειξη, ότι λόγω της αγάπης για το αντικείμενο μπορεί και να εξελιχθούν και να αποκτήσουν γνώσεις και εμπειρία που ενδεχομένως να μη διαθέτουν στην αρχή.
Τίποτε απ’ όλα αυτά. Στην εποχή της παράνοιας που ζούμε, μέσα σε ένα αποδιοργανωμένο πλαίσιο κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό, μπορεί τελικά ο καθένας, χωρίς κανένα υπόβαθρο, να αυτοδιακηρυχθεί “παράγοντας” και να απαιτήσει κιόλας, οι υπόλοιποι να τον βλέπουν και να του συμπεριφέρονται ως ανώτερου όντος, εκ του μη όντος. Κι αν κάποιος επισημάνει το γεγονός, ότι δεν έχει καμία βάση η απαίτησή του αυτή, ο αυτοκηρυγμένος “παράγοντας” εξαγριώνεται. Διαρρηγνύει τα ιμάτιά του, προσβάλλεται και με θράσος και πρόζα, απαιτεί: “ΘΑ ΣΕΒΕΣΤΕ”. Ο λόγος; “Γιατί έτσι γουστάρω εγώ”, θα πει ο “παράγοντας”.
Η σιγουριά του, προέρχεται από το γεγονός, ότι τόσοι άνθρωποι γύρω του, εξακολουθούν να μην αμφισβητούν αυτό που λέει ό,τι είναι, διότι απλά το λέει και διότι απλά, κι άλλοι άνθρωποι – όπως κι εκείνοι – συνεχίζουν να μην τον αμφισβητούν.
Κι έτσι ο “παράγοντας” γίνεται παράγοντας. Με την ανοχή, την υπομονή, την αδιαφορία όλων των υπολοίπων. Και συνεχίζει με θρασύτατο τρόπο να απαιτεί θέσεις, αναγνώριση, χρήματα, ειδική μεταχείριση. Και συνεχίζεται και η παράνοια, η οποία σε αυτή τη χώρα οφείλεται σε ανθρώπους που δεν ξέρουν τι κάνουν, αλλά το κάνουν όπως και να’χει.
Και αυτοί που έχουν γνώσεις, αυτοί που έστω αγαπώντας αυτό που κάνουν αποκτούν γνώσεις, αυτοί που εργάζονται νυχθημερόν, αυτοί που σέβονται πρώτα τους άλλους και μετά κερδίζουν (δεν χρειάζεται να απαιτήσουν) το σεβασμό, αυτοί που παράγουν όντως έργο και μπορούν με τις αποφάσεις τους να καθορίσουν πρόσωπα και πράγματα, παραγκωνίζονται, με αποτέλεσμα οι ικανοί να μένουν στην αφάνεια και κάποια “τίποτα”, κάνοντας θόρυβο με τεντζερέδια, να απαιτούν προβολή και αναγνώριση.
Έτσι συνεχίζεται η παράνοια... Έτσι επιτρέπουμε εμείς πρωτίστως στην παράνοια να συνεχίζεται.