Δημιουργώντας τη φήμη μας

Έντυπη Έκδοση

Όταν κανείς ζει σε έναν τόπο, για πολλά χρόνια, ακόμη περισσότερο όταν γεννήθηκε εκεί και τον αποκαλεί «σπίτι» του, τείνει να χάνει τις λεπτομέρειες. Να έχει κάποια πράγματα ως δεδομένα και να τα αγνοεί, όπως τα μάτια μας αγνοούν τη μύτη μας, αν και υπάρχει στο οπτικό μας πεδίο διαρκώς.

Όταν, λοιπόν, έρχεται κάποιος ξένος, κάποιος που δεν έχει ξαναδεί αυτόν τον τόπο, ή που τον βλέπει σπάνια – και ιδιαίτερα όταν αυτός ο κάποιος είναι παρατηρητικός και δεν ντρέπεται να πει τα πράγματα με τ’ όνομά τους – αναγκάζεσαι να ξαναδείς τα πράγματα μέσα από τα δικά του μάτια.

Και όταν ο ξένος παρατηρήσει τα κακώς κείμενα, που εσύ έχεις συνηθίσει και θεωρείς μέρος της καθημερινότητάς σου, προσπαθείς να δικαιολογήσεις τα αδικαιολόγητα, καθώς βρίσκεσαι σε μία εσωτερική πάλη, που από τη μία, ενδόμυχα, κατανοείς, ότι έχει απόλυτο δίκιο, κι από την άλλη έχεις την άκρατη επιθυμία να υπερασπιστείς το μέρος, όπου μεγάλωσες, και να κάνεις τον άλλο να το αγαπήσει, όπως το αγαπάς κι εσύ.

Η αλήθεια όμως, βρίσκεται στα μάτια του ξένου, διότι βλέπει τα γεγονότα χωρίς συναίσθημα.

Όταν λοιπόν, ο ξένος δέχεται σε μερικές περιπτώσεις αγένεια, από πλευράς υπαλλήλων καταστημάτων και επιχειρήσεων, όταν χρειάζεται άμεσα κάποια πράγματα – διότι έχει φτάσει βράδυ – και δεν μπορεί να τα βρει πουθενά, και δη μέσα στο κέντρο της Ερμούπολης, όταν έχει καταβάλλει υψηλά ναύλα, προκειμένου να φέρει ένα όχημα, με το οποίο σκοπεύει να εξορμά, με την οικογένειά του, σε όλο το νησί και πληροφορείται, ότι αν θελήσει να επιστρέψει στο ξενοδοχείο του μετά τις 10 το βράδυ και πριν τις 2 το ξημέρωμα, δεν θα έχει τη δυνατότητα να αφήσει το αυτοκίνητό του σε λογική απόσταση από το κατάλυμα, τότε ξεκινά να διαμορφώνει αρνητική αντίληψη.

Ένας προορισμός, ο οποίος πασχίζει, με νύχια και με δόντια, να αφήσει το στίγμα του στον τουριστικό χάρτη, δεν επιτρέπεται να δημιουργεί αρνητική εντύπωση, στους ανθρώπους, που το επιλέγουν για τις διακοπές τους, ανάμεσα σε τόσες άλλες ελκυστικές επιλογές.

Διαφήμιση

Ο τουρισμός βασίζεται στους πυλώνες ευγένεια – εξυπηρέτηση, προκειμένου ο επισκέπτης να νιώσει καλοδεχούμενος και σαν στο σπίτι του, αλλά και να μπορέσει να βρει σχετικά εύκολα όλα αυτά που χρειάζεται, με απώτερο στόχο, να μείνει ευχαριστημένος και να επιλέξει ξανά ένα συγκεκριμένο προορισμό, ή και να τον προτείνει σε τρίτους.

Όταν ο επισκέπτης ταλαιπωρείται αδίκως, αντιμετωπίζεται αδιάφορα ή κυνικά, ή δεν βρίσκει ένα ανοιχτό κατάστημα, όπου θα προμηθευτεί αυτά που χρειάζεται, σε λογικές πάντα ώρες, επειδή λ.χ. είναι Τετάρτη απόγευμα, τότε, γυρίζοντας από τις διακοπές του, θα μεταφέρει αυτά τα αρνητικά και σε άλλους εν δυνάμει επισκέπτες, ενώ παράλληλα, αν δεν διατηρεί σοβαρούς λόγους, όπως κάποιο συγγενικό – φιλικό πρόσωπο, ή υποχρεώσεις, δεν πρόκειται να ξαναπατήσει το πόδι του, μετά συγχωρήσεως.

Δεδομένου, ότι η τοπική επιχειρηματικότητα, έχει κάνει άλματα προόδου, σε σχέση με προηγούμενες εποχές, στον τομέα των παροχών προς τον τουρίστα, ενώ και η Αυτοδιοίκηση, έχει στραφεί στην «τουριστικοποίηση» του νησιού, επιβάλλεται πλέον η στροφή της συλλογικής αντίληψης, σε μία περισσότερο φιλική προς τον επισκέπτη νοοτροπία, έτσι ώστε από την εξυπηρέτησή του του σε ένα ψιλικατζίδικο ή περίπτερο, την αντιμετώπισή του σε επιχειρήσεις διασκέδασης ή εστίασης, την επίσκεψή του σε μουσειακούς χώρους, έως τη διαμονή του στο ξενοδοχείο και την εξυπηρέτησή του στους κοινόχρηστους χώρους, να αποκομίζει θετικές εμπειρίες.

Η καλύτερη διαφήμιση για έναν προορισμό, δεν είναι ούτε τα ρεπορτάζ, ούτε τα βίντεο. Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος, προκειμένου να αποφασίσει κάποιος να επιλέξει ένα συγκεκριμένο τόπο, είναι να ακούσει τα καλύτερα λόγια από ανθρώπους που γνωρίζει, οι οποίοι θα περιγράψουν με κάθε λεπτομέρεια τις εμπειρίες τους από αυτόν. Αντίστοιχα, δεν υπάρχει μεγαλύτερη δυσφήμιση, από κάποιον που περιγράφει τις αρνητικές του εμπειρίες.

Η σημαντικότερη προώθηση για έναν τουριστικό προορισμό είναι η φήμη. Και πρώτιστο μέλημα όλων, όσοι εργάζονται για την εξυπηρέτηση του επισκέπτη και έχουν απτά οφέλη από αυτή, επιβάλλεται να είναι η διατήρηση μίας καλής φήμης.

Πόσοι όμως το εφαρμόζουν αυτό;