Ποιός κοιμάται;

Συντάκτης: Τέτα Βαρλάμη
Έντυπη Έκδοση

Χαζομάρα, ηλιθιότητα, βαριεστημάρα, αδιαφορία, ωχαδερφισμός, φόβος, άγνοια ή κουτοπονηριά;

Τι από όλα αυτά τελικά ισχύει για όλους εμάς που αμέτοχοι και αποχαυνωμένοι παρακολουθούμε να παίζεται μπροστά στα μάτια μας, σαν θεατρική παράσταση μπουλουκιού της επαρχίας, το πιο κακογραμμένο σενάριο της ιστορίας, με στόχο τις ζωές μας;

Σε έναν κόσμο που απλά υπάρχουμε, αφηνόμαστε απαθείς να τον βλέπουμε να αλλοιώνεται, να μεταλλάσσεται, να παραμορφώνεται χωρίς καμία αντίδραση, καμία έστω απλή κίνηση διαμαρτυρίας.

Αλλά και πώς να ήταν αλλιώς;

Πώς να μιλήσουμε και τι να πούμε;

Δεν είναι κανείς μας άμοιρος ευθυνών.

Εμείς ήμασταν αυτοί που πήγαμε στην κάλπη και ρίξαμε μέσα την υπογραφή μας για την συμβολαιογραφική πράξη υποθήκευσης της ζωής μας.

Παρά του ότι βλέπαμε επί χρόνια να στήνεται το σκηνικό για την κορυφαία σκηνή του δράματος, εμείς συνεχίζαμε να γεμίζουμε τις πλατείες, με τα ιδανικά μας συμπυκνωμένα στα πλαστικά κομματικά σημαιάκια.

Πρέπει να ήμασταν χαζοί για να μην καταλαβαίνουμε τις μπανανόφλουδες των εκβιαστικών διλημμάτων που στρώνανε κάτω από τα πόδια μας.

Μήπως ήμασταν ηλίθιοι και δεν μπορούσαμε να αντιληφθούμε το μεγαλοφυές σχέδιο εξόντωσης μας, μέσα από τις κραυγές σωτηρίας που μας ξεκούφαιναν;

Διαφήμιση

Όμως που να μας επιτρέψει η βαριεστημάρα να βγάλουμε τις παντόφλες και να ξεκολλήσουμε από την Τούρκικο-Βραζιλιάνικη παρακμή και το γκλαμουράτο πρωινάδικο κιτσαριό που αποχαυνωτικά μας σερβίρουν μπροστά στην τηλεόραση;

Ποτέ δεν κοιτάξαμε λίγο πέρα από τα 10 εκατοστά του χώρου που καταλαμβάνουμε στη γη, να δούμε την αλήθεια των πραγμάτων, όπως αυτά αποδεικνύονται όχι μόνο από την ιστορία, αλλά από την αρνητικά μεταβαλλόμενη καθημερινότητα μας.

Μόνιμη επωδός μας σε κάθε πρόκληση, «και τι με νοιάζει εμένα το πρόβλημα σου;» να γεμίζει τα κενά του ενδιαφέροντος μας με μία αδιάφορη λογική.

Άλλωστε πάντοτε μας είχαν μάθει να βολευόμαστε με κάθε τρόπο σε μια δουλίτσα, να πασχίζουμε να φτιάξουμε το σπιτάκι μας, να κοιτάζουμε τα παιδάκια μας και όλα με τις καταλήξεις του υποκοριστικού, μικρά και μίζερα, σαν τις ζωές για τις οποίες μας προετοίμαζαν ώστε να μην έχουμε απαιτήσεις για μεγαλύτερα.

Και ναι σίγουρα δεν γνωρίζαμε, όταν η μόρφωση μας ακολουθούσε την πορεία μιας προκατασκευασμένης παιδείας υποκουλτούρας, ώστε η γνώση να καταντά συνώνυμο της άγνοιας.

Από την άλλη η εμπνευσμένη νεοελληνική απορία-απόφαση «Εγώ θα σώσω τον κόσμο;» να γίνεται παντιέρα του βολέματος ώστε να βγουν μπροστά οι άλλοι και να σηκώσουν τα βάρη της αντίδρασης, γιατί «εγώ έχω σπίτι, έχω οικογένεια» ενώ εσύ, ο άλλος, ο απέναντι, δεν έχετε τίποτα, φυτρώσατε, οπότε ας αγωνιστείτε.

Μόνο που δεν έχουμε καταλάβει ότι όλα αυτά είναι απόρροια του λήθαργου που βρισκόμαστε, της ύπνωσης των συνειδήσεων, της αξιοπρέπειας, της ίδιας μας της ζωής.

Ένα πάντως είναι σίγουρο ότι δεν κοιμόμαστε τον ύπνο του δικαίου.