Η τελευταία έξοδος: Ρίτα Σακελλαρίου

Συντάκτης: Αντώνης Μπούμπας
Έντυπη Έκδοση

Μην αγχώνεσαι καθόλου. Τα 'χω σκεφτεί όλα. Θα 'ρθεις το απόγευμα να με δεις, έχοντας μαζί σου τον φρέσκο φυσικό χυμό που σου παρήγγειλα. Θα κεράσεις όλο το δωμάτιο και για να μην κινήσουμε υποψίες, θα γεμίσεις δύο ποτήρια και για μας. Θα βρέξουμε ίσα-ίσα τα χείλη μας και την κατάλληλη στιγμή, θα αδειάσουμε το περιεχόμενο στο γλαστράκι που θα έχω τοποθετήσει επάνω στο κομοδίνο.

Λίγο πριν τη λήξη του επισκεπτηρίου, θα τρυπώσεις διακριτικά στο μπάνιο και θα χωθείς στη ντουζιέρα. Αφού αποκοιμηθούν όλοι και σβήσουν τα φώτα, θα φορέσεις τη στολή νοσοκόμας που θα έχω κρύψει μέσα στο καζανάκι. Βέβαια, όταν ολοκληρωθεί η αποστολή, θα πρέπει να την επιστρέψουμε στην κάτοχό της για να πάρουμε πίσω τα dvd του Σουλεϊμάν.

Μόλις ακούσουμε τούρκικη διάλεκτο απ' το γραφείο της εφημερίας, ξεκινάμε. Θα στριμωχτώ μέσα στον κυλιόμενο κάδο που θα βρούμε έξω από την πόρτα και με απόλυτη προσοχή θα με μεταφέρεις στο ασανσέρ. Θα κατέβουμε στον πρώτο όροφο και με τον ίδιο τρόπο, θα κάνουμε ντου στο τελευταίο δωμάτιο του διαδρόμου, το παράθυρο του οποίου βλέπει στο πάρκινγκ του νοσοκομείου.

Εκεί, νοσηλεύεται μία ενενηντάχρονη γυναίκα με άνοια, η οποία έχει μονίμως τα χέρια της τεντωμένα, με τα δάχτυλα να ανοιγοκλείνουν συνεχώς σαν στρείδια. Μην σκιαχτείς. Δεν υπνοβατεί, ούτε έχει επαφή με την πραγματικότητα. Νομίζει ότι απλώνει ρούχα και κρεμάει τα μανταλάκια.

Όταν εσύ μου δώσεις το σήμα, θα πεταχτώ σαν το καζολίνι μέσα από την καλαθούνα, βγάζοντας μαζί το σκοινί από σεντόνια που θα έχω ετοιμάσει από το προηγούμενο βράδυ. Στο σημείο αυτό, θα κάνουμε αναπάντητη στην “κινούμενη ηδονή” που θα περιφέρεται περιμετρικά του νοσοκομείου για να κινηθεί προς την είσοδο και να παραπλανήσει τον φύλακα. Τότε, θα δέσω το σκοινί στο καλοριφέρ, θα ανοίξω το παράθυρο και θα το σκάσω, σαν μια αρσενική Αλίκη Βουγιουκλάκη.

Στη συνέχεια, θα συρθώ μέσα στον κήπο, όπως ακριβώς μας έμαθαν στο στρατό, θα κατευθυνθώ πίσω από το εκκλησάκι της Αγίας Λουκίας και θα σκαρφαλώσω στα κάγκελα. Κάπου εκεί, θα με περιμένετε εσείς με το αυτοκίνητο, για να με φυγαδεύσετε στο πλησιέστερο μπαρ, όπου θα γιορτάσουμε την απόδρασή μου με “υποβρύχια”.

“Γιατί τέτοια ταλαιπωρία, άνθρωπέ μου;” απόρησε η φίλη μου. “Πάρε τα πράγματά σου και φύγε κανονικά”.

“Και τι θα πω στον φύλακα, όταν θα περνώ από μπροστά του”; ρώτησα αγχωμένος.

“Τίποτα”, απάντησε κοφτά.

“Γιατί”;

Διαφήμιση

“Γιατί κι εμένα όταν με ξυπνούν, νευριάζω”, σημείωσε.

Δεν μπορούσα να καταλάβω, γιατί αντιμετώπιζε τόσο επιδερμικά την κατάσταση, την ίδια στιγμή που εγώ είχα στήσει ολόκληρο στρατηγικό σχέδιο. Ήξερα ότι έτσι κι αλλιώς θα παρανομούσα, αλλά δεν ήθελα να το κάνω τόσο έκδηλα. Διψούσα για περιπέτεια και δράση. Κι αυτή, ήταν η στιγμή που ζητούσα για να ζήσω και εγώ λίγο επικίνδυνα.

“Δεν υπάρχει λόγος” επέμενε εκείνη. “Από το νοσοκομείο θα φύγεις, δεν θα εξαφανιστείς από προσώπου γης. Όταν έρθει η ώρα να πληρώσεις την πεντακοσάρα για τα έξοδα νοσηλείας σου, θα σε βρουν όπου κι αν είσαι”, τόνισε και ομολογώ πως με τρομοκράτησε. “Οπότε, μην παιδεύεσαι και μη βλέπεις πολλή τηλεόραση”, πρόσθεσε.

Κακά τα ψέματα, είχε δίκιο. Όποια ελευθερία και να διεκδικήσεις, φαντάζει πλασματική από τη στιγμή που είσαι ένα απλό πιόνι σε μία παρτίδα σκάκι, η οποία ελέγχεται από ένα κεντρικό σύστημα. Πηδάς κρυφά στο απέναντι τετράγωνο, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι δεν σε κοιτάζει κανείς και πριν το καταλάβεις, σε έχουν επαναφέρει βιαίως στην αρχική σου θέση. Κάθεσαι και σκέφτεσαι λανθασμένα ότι “κάποτε ξυπνάει το θύμα”, αλλά όταν περάσει η μπόρα, διαπιστώνεις ότι ποτέ δεν είχες ξυπνήσει από το λήθαργο. Ποτέ δεν είχες απαλλαχτεί από τα δεσμά του. Νόμιζες ότι ήσουν πονηρός, αλλά το σύστημα σε διέψευσε.

Σε άφησε να πιστεύεις ότι κάνεις ταραχή, ενώ στην πραγματικότητα απλά το διασκέδαζες. Μια ζωή πλήρωνες αμαρτίες αλλώνών και θα συνεχίσεις να τις πληρώνεις, μέχρι να σε στραγγίξουν. Δεν έχει σημασία αν είσαι άρρωστος, αν πρέπει να υποβληθείς σε κάποια επέμβαση ή αν χρειάζεσαι ιατρική παρακολούθηση και δεν έχεις καμία ασφαλιστική κάλυψη. Δεν είμαστε Άγιος Παντελεήμονας εδώ. Εφόσον το κεντρικό σύστημα σου παρέχει υπηρεσίες, είσαι αναγκασμένος να ξηλωθείς. Για την υγεία σου, για τη ζωή σου. Γι' αυτό άσε τα κατασκοπικά και βάλε κάτι ενέχυρο. Το ρολόι σου, το βαφτιστικό σου σταυρό, τα χρυσά δόντια της γιαγιάς σου... κάτι τέλος πάντων. Εκτός κι αν θέλεις να απολαύσεις τις τελευταίες ώρες που σου απομένουν μακριά από νοσοκομεία και ορούς. Νομίζεις ότι έχεις δικαίωμα επιλογής, αλλά τελικά διαλέγεις το δρόμο που εξ' αρχής σου είχαν υποδείξει εκείνοι. Δεν μπορείς να κάνεις διαφορετικά. Και πέρα από αυτό, ετοιμάσου να καταβάλεις από αρχές του νέου χρόνου 25 ευρώ για κάθε εισαγωγή σου στο νοσοκομείο.

“25 ευρώ”; αναφώνησα την πρώτη ημέρα που το άκουσα. “Μα τόσο έχει και το εισιτήριο του Μεγάρου”.

Προβληματίστηκα λιγάκι, αλλά δεν έσκασα κιόλας.

“Δεν ξέρω πόσο νόστιμο είναι το ιατρικό προσωπικό, αλλά πολύ φοβάμαι ότι αν χρειαστεί να διαλέξω, εγώ θα πάω Μέγαρο”.

“Και καλά που θα κάνεις”, είπε η φίλη μου.