Μία - φαινομενικά - απλή φράση του ήταν αρκετή για να χάσει την υπομονή της. “Θα τρυπήσεις το στομάχι σου με τις χαζομάρες που κάνεις” τη μάλωσε ο πατέρας της, προκαλώντας την αναμενόμενη αντίδρασή της.
Αν είχε φανταστεί ότι θα της έκανε κήρυγμα επειδή πίνει τον καφέ της σκέτο, δεν θα είχε δεχτεί να της τον κεράσει. Θα τον ευχαριστούσε για την προσφορά του και λίγο αργότερα θα έκανε τηλεφωνικώς την παραγγελία της, χωρίς το φόβο ότι θα την επιπλήξει και ο μπουφετζής.
Ωστόσο, η αδυναμία της να ερμηνεύσει το παραλήρημα του μπαμπά της, ο οποίος από το άγχος του άρχιζε να αλλάζει χρώματα σαν χαμαιλέοντας, την εξωθούσε περισσότερο στα άκρα. Θεωρούσε το ξέσπασμα του υπερβολικό και άστοχο, από τη στιγμή που δεν προέβη σε κάποια σοκαριστική αποκάλυψη, τύπου “έχω φυτέψει κάποιο πτώμα στον κήπο, διακινώ ναρκωτικές ουσίες, ή ασπάστηκα τον μουσουλμανισμό και τώρα ονομάζομαι Χουρέμ. Το μόνο που υπογράμμισε είναι “ότι δε θέλει ζάχαρη στον καφέ της”.
Το επικριτικό ύφος του και το βλέμμα αποδοκιμασίας, που συνόδευαν κάθε λέξη του, πυροδότησαν την “έκρηξή” της. Δεν έβρισκε το λόγο να απολογηθεί για τις προτιμήσεις της και να αλλάξει τις συνήθειές της, επειδή αυτές δεν ήταν αποδεκτές από τον ίδιο. Οι συμβουλές του πατέρα της ηχούσαν στα αυτιά της σαν υποδείξεις, που δε συμβάδιζαν ούτε με την ηλικία της, ούτε με την κοινή λογική.
Είχε κλείσει τα 28, είχε μετακομίσει σε δικό της σπίτι και απολάμβανε την ανεξαρτησία της. Πλέον, μπορούσε να κάνει ό,τι κι αν της περνούσε από το μυαλό, χωρίς να δώσει εξηγήσεις σε κανέναν. Αν ήθελε να βάψει μαύρους τους τοίχους της, θα τους έβαφε. Αν ήθελε να κάνει εικόνισμα τη φωτογραφία του Μέριλιν Μάνσον πάνω απ' το κρεβάτι της, θα την έκανε. Αν ήθελε να κυκλοφορεί στα δωμάτια σαν τους πρωτόπλαστους θα κυκλοφορούσε και αν ήθελε να αντικαταστήσει το νερό με τον καφέ θα το έκανε.
Είχε πάρει πια τη ζωή στα χέρια της. Είχε ακολουθήσει το δρόμο της και χάραζε πλέον τη δική της πορεία. Δεν επέτρεπε παρεμβάσεις και παρατηρήσεις οι οποίες θα της στερούσαν έστω και για λίγο την αίσθηση ότι είναι κυρίαρχη του εαυτού της. Το μόνο που ζητούσε ήταν κατανόηση και εμπιστοσύνη. Να την αντιμετωπίζουν σαν έναν ώριμο και υπεύθυνο άτομο και όχι σαν ένα μωρό, που μαθαίνει τώρα να μπουσουλάει. Να την καμαρώνουν και να τη στηρίζουν. Να την αφήνουν να κάνει τα λάθη της, χωρίς να τη βομβαρδίζουν με το “εγώ σου τα 'λεγα”. Να χαίρονται με τις χαρές της και να λυπούνται με τις λύπες της. Να την αγαπούν μέχρι θανάτου, αλλά όχι να “την πνίγουν” με την αγάπη τους.
Μία - φαινομενικά - απλή φράση της ήταν αρκετή για να χάσει τη γη κάτω από τα πόδια του. “Καφέ χωρίς ζάχαρη” ζήτησε η κόρη του, προκαλώντας την έντονη ανησυχία του. Αν και ήξερε καλά πως η αντίδρασή του θα δημιουργούσε εμφύλιες συγκρούσεις, αδυνατούσε να μην πάρει θέση και να την αφήσει να πιει με άδειο στομάχι ένα “τέτοιο φαρμάκι”. Δεν είχε ξεχάσει τον πόνο της από τη γαστρίτιδα που αντιμετώπιζε στο παρελθόν. Δεν ήθελε να τη δει να υποφέρει ξανά, επειδή δίστασε να τη συμβουλεύσει.
Από την άλλη, ένιωθε την ανάγκη να δηλώσει “παρών” ακόμα κι αν η παρουσία του δεν κρινόταν το ίδιο απαραίτητη. Ήταν περήφανος για αυτή, που κατάφερε να ανοίξει τα “φτερά” της σε μία εποχή, όπου τα όνειρα συντρίβονται, οι ελπίδες απαγχονίζονται και τα πισωγυρίσματα δίνουν και παίρνουν. Όμως δεν ήθελε να χάσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωή της και να μετατραπεί σε έναν απλό κομπάρσο. Προσπαθούσε να δείξει δυνατός, αλλά φοβόταν. Προσπαθούσε να δείξει εμπιστοσύνη, αλλά φοβόταν. Προσπαθούσε να δείξει δυνατός, αλλά έτρεμε στην ιδέα του “άγνωστου”. Έβλεπε τους κινδύνους να καραδοκούν και να περικυκλώνουν ό,τι αγαπά, αλλά δεν μπορούσε να τους καταπολεμήσει, όπως παλιότερα. Όσο κι αν ήθελε να το κάνει, δεν του επιτρεπόταν.
Οι αλλαγές διαδέχονταν η μία την άλλη και εκείνος όφειλε να ακολουθήσει τη φυσική ροή των πραγμάτων. Δεν μπορούσε να σταθεί εμπόδιο στο μέλλον της, όσο αβέβαιο κι αν φάνταζε στα μάτια του. Όσο περιορισμένος κι αν ήταν ο ρόλος του. Όσο δεμένα κι αν ήταν τα χέρια του. Ήξερε ότι δεν είχε πια τον απόλυτο έλεγχο, ότι ο ρόλος του δεν είχε την ίδια βαρύτητα. Καταλάβαινε ότι ενδεχομένως να γίνει ενοχλητικός ή να προκαλέσει το θυμό της, ήθελε όμως να της δείξει ότι ακόμα κι αν δεν τον χρειάζεται, εκείνος θα βρίσκεται εκεί. Δίπλα της. Θα είναι ο φύλακας άγγελός της. Δεν έχει σημασία η ηλικία, η οικογενειακή κατάσταση, ή το σπίτι. Εκείνος θα είναι πάντα ο μπαμπάς της και εκείνη θα είναι πάντα η κόρη του.
“Σκέτος, λοιπόν”; επανέλαβε για άλλη μια φορά, σφίγγοντας τα χείλη του.
Εκείνη τον κοίταξε στα μάτια, ενώ διέκρινε μία σταγόνα ιδρώτα να κυλάει στο πρόσωπό του.
“Μπα. Βάλε δυο κόκκους ζάχαρης. Σιγά το πράγμα”, απάντησε πιο ήρεμη.
Παρόλο που ο συγκεκριμένος καφές ήταν τελικά πετιμέζι, ήταν ο καλύτερος καφές που έχει πιει μέχρι σήμερα.