Πλησιάζει το 15αυγουστο και η τουριστική σεζόν είναι στο αποκορύφωμά της. Όσοι από τους Έλληνες έχουν ακόμη την οικονομική δυνατότητα, πήραν τα αυτοκίνητά τους και την οικογένειά τους, πλήρωσαν “χρυσάφι” τα ακτοπλοϊκά εισιτήρια και ξαμολήθηκαν σε κάποιο νησί, για να περάσουν άντε το πολύ 5 ημέρες διακοπών.
Ήρθαν λοιπόν κάποιοι στο όμορφο νησάκι μας, διότι κάποιοι, όχι πολλοί, όπως και να το κάνουμε ήρθαν και από το πρωί έως το βράδυ ξαπλωμένοι στις παραλίες, κόντρα στον ισχυρό βοριά που τριβελίζει στα αυτιά μας, κάνουν τα μπάνια του λαού.
Μετρώντας ακόμη και το τελευταίο ευρώ, έχουν υπολογίσει τα έξοδά που μπορούν να κάνουν. Καφέ για τους μεγάλους, πορτοκαλάδες, άντε και κανένα παγωτό για τα παιδιά. Το μεσημεράκι λιτό γεύμα σε κάποιο ταβερνάκι, ενώ οι περισσότεροι προτιμούν τα σουβλατζίδικα. Φυσικά υπάρχουν και οι άλλοι που επισκέπτονται τα σούπερ μάρκετ και μαγειρεύουν στα ενοικιαζόμενα δωμάτια.
Σου λέει.. τις διακοπές μου δε θα τις χάσω αδερφέ και μπορώ να τη βγάζω και με ένα σουβλάκι.
Υπάρχουν όμως και οι λιγοστοί που ακόμη έχουν τη δυνατότητα της ταβέρνας μεσημέρι και βράδυ και αυτούς τους συνάντησα σε γνωστή παραλία του νησιού. Άραξα και εγώ και αμέριμνη περιεργαζόμουν το περιβάλλοντα χώρο. Βλέπεις το δημοσιογραφικό ταμπεραμέντο δεν με εγκαταλείπει ούτε και στις διακοπές μου.
Κάθισα στην καφετέρια της γνωστής παραλίας και παράγγειλα ένα καφεδάκι. Έρχεται λοιπόν το γκαρσόν μου σερβίρει τον καφέ και φεύγει. Κοιτάζω το τραπέζι και βλέπω να απουσιάζει το ποτήρι το νερό, αλλά και η... απόδειξη.
Φωνάζω λοιπόν το παλικάρι και του ζητάω ένα ποτήρι νερό, ενώ ταυτόχρονα σκέφτομαι ότι θα μου φέρει και την απόδειξη. Αγαπητοί μου αναγνώστες πέρασε μισή ώρα και το νερό άφαντο. ΄Ήρθα και κοράκιασα η άμοιρη. Στις επανειλημμένες εκκλήσεις μου, το γκαρσόν το μόνο που μου έλεγε ήταν “μάλιστα κυρία, το φέρνω το νεράκι”.
Ήπια σχεδόν μονορούφι τον καφέ μου, λόγω δίψας και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, αποφάσισα να αφήσω κατά μέρους τον ευγενικό μου εαυτό και να περάσω στην αντεπίθεση. Την ευκαιρία την βρήκα μόλις το παλικάρι πέρασε από δίπλα μου. “Συγνώμη” του είπα “είμαι εδώ μία ώρα, σε παρακαλάω να μου φέρεις ένα ποτήρι νερό και εσύ με αγνοείς. Επειδή δεν αντέχω άλλο, θα σηκωθώ και θα φύγω και δε θα πληρώσω τον καφέ, διότι ούτε απόδειξη έχεις φέρει. Κατανοώ ότι έχεις δουλειά, αλλά είναι αδιανόητο να πηγαίνεις στα διπλανά τραπέζια μπουκαλάκια με νερό πριν ακόμη οι πελάτες να παραγγείλουν και εμένα να με αγνοείς”, του είπα και σηκώθηκα επιδεικτικά να φύγω.
Το γκαρσόν φάνηκε αρχικά να τα χάνει, αλλά στη συνέχεια με ένα χαμόγελο στα χείλη μου ζήτησε συγνώμη και με παρακάλεσε να καθίσω και θα μου έφερνε το νεράκι που ουσιαστικά σερβίρεται με τον καφέ και την απόδειξη.
Σκέφτηκα να μην το παρατραβήξω και ξανά κάθισα στην καρέκλα μου. Όντως το γκαρσόν μου έφερε ένα μπουκαλάκι νερό και την απόδειξη. Πλήρωσα και έφυγα, σκεπτόμενη ότι σε αυτό το μαγαζί δεν θα με ξανά δουν.
Δεν κατανοώ γιατί κάποιοι, λιγοστοί ευτυχώς επαγγελματίες, αγνοούν τον ντόπιο πελάτη; Μάλλον διότι ακόμη τους λείπει ο επαγγελματισμός.