Τσόντα... και γέλασα με την ψυχή μου

Έντυπη Έκδοση

Αποτελούσατε πια έναν καθημερινό εφιάλτη.

“Όπα όπα όπα. Θα σου πω εγώ. Έλα, έλα, έλα, έλα. Όοοοπα. Καλά είναι. Κόψε όλο το τιμόνι δεξιά και βγαίνεις”.

Ερμούπολη 18 Ιανουαρίου, 19 Ιανουαρίου, 20 Ιανουαρίου... μέχρι και σήμερα. Κάθε πρωί να επαναλαμβάνεται το ίδιο σκηνικό. Εσείς να “πετάγεστε” από το ίδιο στενό και μόλις με βλέπετε να πλησιάζω στο αυτοκίνητό μου, να μπαίνω μέσα και να γυρίζω το κλειδί, χωρίς να χάνετε χρόνο, δίνετε ρεσιτάλ μαθημάτων οδήγησης. Και φυσικά με το ανάλογο ύφος.

“Σας ευχαριστώ πολύ για τη βοήθεια, αλλά μπορώ και μόνη μου”, σας απαντώ ευγενικότατα, πιστεύοντας ματαίως πως θα κατανοήσετε, μα... εσείς με γράφετε στα παλαιότερα των υποδημάτων σας και συνεχίζετε στο ίδιο τέμπο.

Έρχεστε στη μέση του δρόμου, σε απόσταση ασφαλείας από τις ρόδες του αυτοκινήτου μου, ανοίγετε τα χέρια σας διάπλατα και ξεκινάτε να κοιτάζετε πρώτα δεξιά, “Έλα, έλα, έλα”, φωνάζετε, κουνώντας ταυτόχρονα το ένα χέρι σας. Μόλις δε, ο προφυλακτήρας μου πλησιάσει το σταθμευμένο όχημα που βρίσκεται δίπλα, τότε χτυπάτε με όλη σας τη δύναμη την πίσω αριστερή πόρτα του αυτοκινήτου μου και συνεχίζετε... “Όπα, όπα, όπα κοπέλα μου. Στρίψε όλο το τιμόνι, βάλε πρώτη και βγαίνεις”. Και δεν απομακρύνεστε μέχρι να δείτε ότι έχω διανύσει κάποια μέτρα, αφού καταφέρω να βγω από τη θέση μου την ίδια στιγμή που με αποσυντονίζουν εντελώς οι αγριοφωνάρες και οι “νουθεσίες” σας.

Σκέφτηκα να ερμηνεύσω τον ιδιαίτερο “σεβασμό” που εκδηλώνετε κάθε πρωί προς το πρόσωπό μου, παρά τη θέλησή μου και μπροστά στα μάτια όλης της Ερμούπολης, με το επιχείρημα ότι είστε ευγενικός, συνταξιούχος από τα χρόνια που φαίνεται ότι κουβαλάτε στην πλάτη και άρα δεν έχετε με τι άλλο να ασχοληθείτε. Αποφασίσατε λοιπόν να μου τεντώνετε τα νεύρα κάθε πρωί λόγω της κυκλοφοριακής ασφυξίας.

Διαφήμιση

Σκέφτηκα δηλαδή, πως επειδή στην Ερμούπολη επικρατεί ένας χαμός με τα δίκυκλα και τα οχήματα και πως καθώς συμπληρώθηκε ο Μάιος και όλα είναι αφημένα στο έλεός τους και ουδείς γνωρίζει τί πρόκειται να γίνει με την ελεγχόμενη στάθμευση και αν τελικά θα εφαρμοστεί και άρα, θα μπει μία – έστω και υποτυπώδης – τάξη στην πόλη, ώστε να μη σταθμεύουν τα οχήματα το ένα επάνω στο άλλο, εσείς... απλά εκτελείτε χρέη ενός καλού Σαμαρείτη.

Όμως ξέρετε κάτι; Δε σας το ζήτησα. Και με ενοχλεί αφάνταστα να μην κατανοείτε πόσο αγενής γίνεστε όταν σας λέω ότι μπορώ μόνη μου. Δόξα το Θεό, έχω τους καθρέπτες μου, γνωρίζω τις ταχύτητες και αν μη τι άλλο, στην Ερμούπολη έχω πάρει “ντοκτορά” τόσους μήνες που σταθμεύω μεταξύ “Σκύλλας και Χάρυβδης”.

Χθες λοιπόν, ξεκινώντας από το σπίτι για την εφημερίδα, σκέφτηκα ότι αν εμφανιζόσασταν μπροστά μου, θα σας εξηγούσα ότι δε χρειάζεται να με βοηθήσετε πριν μπω στο αυτοκίνητό μου. Για ακόμη μία φορά όμως, αφού σας συνάντησα και σας είπα όσα σκεφτόμουν, εσείς με αγνοήσατε. “Έλα, έλα και όπα, όπα” για ακόμη μία φορά. Αναστέναξα, συγκεντρώθηκα και κατάφερα να μην ακούω τη φωνή σας.

Σήμερα όμως, εγώ ξύπνησα με ιδιαίτερο κέφι. Μου ήρθατε στο νου, αλλά αμέσως σας διέγραψα. Έβαλα μουσική, ετοιμάστηκα, πήρα τα κλειδιά του αυτοκινήτου μου και... Ξαφνικά σας είδα μέσα στο δικό σας όχημα. Προσπαθούσατε να εξέλθετε από τη θέση σας και ένας κύριος έκανε ακριβώς ό,τι κάνατε σε εμένα. “Εδώ είμαστε”, σκέφτηκα. “Με ομοιοπαθητική θα λυθούν όλα”.

Πλησίασα και με ύφος εκατό καρδιναλίων, μπήκα τσόντα στη σκηνή που ήταν ξεκάθαρο ότι μισούσατε και το διασκέδασα με την ψυχή μου. “Δε χρειάζομαι καθοδήγηση” φωνάζατε, αλλά τόσο ο κύριος δίπλα μου, όσο κι εγώ, επιμείναμε. “Έλα, έλα, έλα, έλα... Όοοοπα! Στρίψτε το τιμόνι δεξιά και πάμε πάλι”. “Δε χρειάζομαι βοήθεια”, επαναλαμβάνατε θυμωμένος κι εγώ με το ένα χέρι στη μέση και με το άλλο να σας υποδεικνύει τι θα κάνετε, δε σταματούσα να σας εκνευρίζω και να το διασκεδάζω. “Έλα, έλα, έλα. Όοοοπα. Εγώ θα σου πω...”.