Χάσαμε τη νονά, στοπ

Συντάκτης: Αντώνης Μπούμπας
Έντυπη Έκδοση

“Αντωνάκη, πετσούλα”; με ρώτησε ο παππούς της φίλης μου, ο οποίος φέτος το Πάσχα είχε αναλάβει χρέη ψήστη.

“Σας ευχαριστώ κ. Θανάση. Είμαι χορτοφάγος” απάντησα ευγενικά, την ώρα που προσπαθούσα να εντοπίσω τα ίχνη της νονάς μου.

Ομολογώ πως είχα ανησυχήσει. Δεν ήξερα αν έπρεπε να καλέσω την αστυνομία ή την Αγγελική Νικολούλη. Ήταν η 15η χρονιά που δεν έδωσε σημεία ζωής και το μυαλό μου είχε ήδη πλάσει τα πιο ευφάνταστα σενάρια. Μήπως την απήγαγαν εξωγήινοι; Μήπως την απήγαγαν Ταλιμπάν; Μήπως την απήγαγε κανένας ψυχοπαθής πλαστικός χειρούργος, ο οποίος της έκανε απανωτές επεμβάσεις για τη μεταμορφώσει στη νεκρή σύζυγό του;

Οι εκδοχές ήταν πολλές, αλλά το στοιχείο της αρπαγής κοινό. Αδυνατούσα να προβώ σε λογικούς συνειρμούς για να ερμηνεύσω την εξαφάνισή της. Αν αυτή τη στιγμή δεν έκανε ποδήλατο με τον E.T ή δεν έπαιζε σκάκι με τα ξαδέρφια του Μπιν Λάντεν, δεν υπήρχε λόγος να μη σηκώσει το τηλέφωνο και να πει: “χρόνια πολλά. Είμαι καλά και σε θυμήθηκα”. Εκτός κι αν έχει πάθει αγκύλωση, ή μερική αμνησία. Αυτή που σε κάνει να ξεχνάς οτιδήποτε, στο οποίο έχεις βάλει λάδι. Αυτοκίνητο, μαρουλοσαλάτα, βαφτιστήρι.

“Αντωνάκη, κοκορέτσι”; ξαναχτύπησε ο παππούς, προσπαθώντας αυτή τη φορά να στερεώσει μία παγωμένη μπύρα επάνω στη γυμνή κοιλιά του.

“Σας ευχαριστώ κ. Θανάση. Είμαι χορτοφάγος”, επανέλαβα αμήχανα, αισθανόμενος προς στιγμήν ζήλια για τον Αθανάσιο Διάκο.

Μήπως να την έβγαζα στο silver alert; Μήπως να της έστελνα πακέτο, που θα περιείχε μέσα μία λαμπάδα και μία κουτσούνα, από αυτές που αγοράζω κάθε χρόνο στον εαυτό μου; Ή μήπως να άφηνα σκέτο το σημείωμα “ξέρω τι δεν έκανες και φέτος την Ανάσταση”, για να την τρομοκρατήσω ακόμη περισσότερο;

Μήπως πάλι την αδικώ και είναι τελικά δύσκολο να είσαι νονά στις μέρες μας; Μήπως οι καθημερινές υποχρεώσεις είναι τόσο πιεστικές, που δεν σου επιτρέπουν να αφιερώσεις χρόνο σε εξωγενείς παράγοντες; Μήπως είσαι τόσο κουρασμένη που το να εκφέρεις έστω και ένα λιτό “Χριστός Ανέστη” σου φαίνεται σαν να πρέπει να αγορεύσεις στον Άρειο Πάγο;

Η Στανίση όμως πώς καταφέρνει και να βάζει τη μάξι τουαλέτα και να ψωνίζει για τα βαφτιστήρια της και να τους τα πηγαίνει η ίδια; Έχω προβληματιστεί. Και αν η νονά βρίσκεται σε τόσο δύσκολη οικονομική κατάσταση και δεν έχει ούτε τηλέφωνο, ούτε ίντερνετ; Αν δε μπορεί να ανάψει μια φωτιά, ή δεν έχει διδαχτεί από προσκόπους τα σήματα μορς, πώς θα επικοινωνήσουμε;

Διαφήμιση

Ομολογουμένως, υπάρχουν πάντα κάποιες δυσκολίες που όταν πλατσουρίζεις μέσα στην κολυμπήθρα δεν τις φαντάζεσαι και μετά έχεις την τρελή απαίτηση από τον ανάδοχό σου να σε θυμάται πάντα σε γιορτές και αργίες.

“Αντωνάκη, κοψίδι”; συνέχισε ο παππούς να εκθέτει ολόκληρη τη Βαρβάκειο προς λαϊκό καταπέτασμα.

“Σας ευχαριστώ κ. Θανάση”, είπα πιο έντονα αυτή τη φορά. “Πρώτον, είμαι χορτοφάγος και δεύτερον, δεν μπορώ να φάω όταν αισθάνομαι πνευματικό νόθο”.

Ίσως είμαι υπερβολικός. Ίσως δεν θα 'πρεπε να το παίρνω τόσο κατάκαρδα που η νονά μου δεν εμφανίζεται μία φορά το χρόνο σαν τον Χρήστο Σαντικάϊ με το “Αι Γενέαι Πάσαι”. Εξάλλου, ο ανάδοχος πλαισιώνει τον εθιμοτυπικό κύκλο του τόπου μας. Όπως δεν υπάρχει γάμος χωρίς μπομπονιέρα, δεν υπάρχει βάφτιση χωρίς νονό.

Επιπλέον, μπορεί από μία ηλικία και μετά να μην έχεις ανάγκη την παρουσία ενός νονού στη ζωή σου. Ίσως, το πρότυπο αυτό να συνοδεύεται και από μία ημερομηνία λήξεως με τη σημείωση “αν μετά τα 13 θέλεις καινούρια παπούτσια, σπάσε τον κουμπαρά σου”. Για την ανθρώπινη επαφή, ούτε λόγος. Εδώ με δυσκολία έχουμε επαφή με το περιβάλλον, θα επιβάλλουμε στην νονά και τον νονό να κρατήσουν επαφή με εμάς; Εκείνοι ό,τι είχαν να πράξουν, το έπραξαν. Έβγαλαν την υποχρέωση του προπάππου του προπάππου τους με την εφαρμογή του “στρίβειν δια του βαπτίσματος” και ξεμπέρδεψαν. Δεν θα πληρώνουν μια ζωή αναδρομικά.

“Αντωνάκη, μαγειρίτσα” με αποτελείωσε ο παππούς, τρώγοντας τη σούπα με το κουτάλι του μέσα από την κατσαρόλα.

“Ευχαριστώ κ. Θανάση. Είμαι χορτοφάγος” απάντησα για μία ακόμη φορά και μπήκα μέσα στο σπίτι για να πιάσω ένα αυγό.

Εμφανώς σαστισμένος, ο παππούς πλησίασε τη φίλη μου και της ψιθύρισε στο αυτί.

“Ο φίλος σου είναι καλά; Γιατί κάθε φορά που τον ρωτάω αν θα φάει κάτι, μου λέει τι κόμμα ψηφίζει”;