Όχι! Όχι μόνο δε θα ήθελα να σου μοιάσω, αλλά τρέμω κάθε φορά που συνειδητοποιώ ότι τα λόγια σου περνούν έστω και πιο ήπια από το νου. Αυτόματα όμως, συνετίζομαι και σκέφτομαι ότι ένας άνθρωπος που ζει στη χώρα μας, εργάζεται σκληρά για να επιβιώσει και το μυαλό του είναι στη δική του πατρίδα, σίγουρα δεν είναι χαρούμενος αφού δεν επέλεξε ελεύθερα να ξενιτευθεί και χωρίς δεύτερη σκέψη, δε συνάδει με την ανθρώπινη φύση, να εισπράττει το ρατσισμό.
Όμως... Δε θα σε πω ρατσιστή. Όχι! Θα σε βαφτίσω τελικά νεοέλληνα, στερούμενο διανοίας και στοιχειώδους λογικής, ψηλομύτη και κομπλεξικό. Κι αν με “ακούς” εκνευρισμένη, ίσως και μπερδεμένη και θυμώνεις με τη σειρά σου επειδή σε στολίζω με όλα αυτά τα “κοσμητικά”, δεν τα βάζω μόνο με εσένα, αλλά και με εμένα. Ίσως με εμάς, τους περισσότερους, που όταν μπροστά μας ένας άνθρωπος χαρακτηρίζεται με ποικίλους τρόπους κατώτερος επειδή δεν είναι Έλληνας, επειδή καταπιάνεται κυρίως με οποιαδήποτε χειρωνακτική εργασία για να εξασφαλίσει ένα κομμάτι ψωμί και δεν είναι ντυμένος “κύριος”, αδιαφορούμε, στρέφοντας το βλέμμα μας αλλού και αφήνοντάς τον, στο έλεος εκείνου του ενοχλητικού, που χωρίς δικαιολογία χωρίζει τους ανθρώπους σε “ανώτερους” και “κατώτερους”, λαμβάνοντας βέβαια εκείνος την “υψηλότερη” θέση...
Το ραντεβού είχε “κλείσει” για τις έξι το απόγευμα. Ο κ. Άχμεντ θα μου έδινε τα κλειδιά από το σπίτι κάποιων οικογενειακών φίλων στην Ποσειδωνία γιατί είχε τελειώσει με τις εργασίες του κήπου. Στο σημείο συνάντησης, εκείνον συνόδευε η γυναίκα του. Πλησίασα, “Καλησπέρα. Είστε ο κ. Άχμεντ;” ρώτησα κι απάντησε καταφατικά, λέγοντάς μου, “Πώς με γνωρίσατε;”. Αμέσως, σκέφθηκα να δικαιολογηθώ αφού – για καλή μου τύχη στην πλατεία Ηρώων μπροστά από το περίπτερο δεν υπήρχε άλλος άνθρωπος... “Είστε ο μόνος εδώ. Οπότε, πώς θα μπορούσα να μη σας αναγνωρίσω;”, είπα με ένα μουδιασμένο χαμόγελο, θέλοντας από ντροπή να κρύψω το συνειρμό που έκανα: Αλλοδαπός με σκισμένα ρούχα που φαίνεται να έχει φύγει μόλις από κάποιον άλλο κήπο. Αυτός θα είναι!
“Ορίστε τα κλειδιά”, συνέχισε να λέει τείνοντας το χέρι προς την πλευρά μου για να τα πάρω. “Μισό λεπτό”, διέκοψε η γυναίκα του. “Εμείς τα κλειδιά θα τα δίναμε στην κ. Φραγκίσκα για να πάμε μαζί να ελέγξει πρώτα ότι δεν λείπει τίποτα από το σπίτι”.
Ξαφνικά πάγωσε το χαμόγελο στο πρόσωπό μου και σκέφθηκα ότι ίσως – από τη στιγμή που δεν με γνώριζαν – να μην είχαν εμπιστοσύνη εξαιτίας του νεαρού της ηλικίας μου. “Δε χρειάζεται”, απάντησα, για να εισπράξω εντονότερο δισταγμό και ξεκάθαρο φόβο αυτή τη φορά.
“Κοιτάξτε κυρία, εμείς δε θέλουμε να κατηγορηθούμε για κάτι και θα προτιμούσαμε να ελέγξει το σπίτι η μητέρα σας”, ζήτησε επίμονα η ίδια.
Τηλεφώνησα αμέσως στη μητέρα μου και αφού τους εξήγησε ότι δεν υπάρχει λόγος γιατί τους έχει εμπιστοσύνη, μου παρέδωσαν τα κλειδιά και αποχαιρετώντας με, η σύζυγος ψιθύριζε: “Πάντως θα ήθελα να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο. Ξέρετε πολλά λέγονται και επειδή δεν είμαστε από εδώ και έχουμε παιδιά... φοβόμαστε πολύ. Για όλα εμείς φταίμε συνήθως”.
Άκουσα τα λόγια της με προσοχή, μπήκα στο αυτοκίνητό μου και απομακρύνθηκα από το σημείο συνάντησης έχοντας πάρει – δυστυχώς - ένα μεγάλο μάθημα. Δεν ξέρω αν είναι συνετό να χρεώνω σε όλη την κοινωνία τάσεις ρατσιστικές. Ίσως να είναι και άδικο. Αλλά ένα είναι βέβαιο. Πως κι εμείς με τη σειρά μας έχουμε αδικήσει συνανθρώπους μας και έχουμε χαράξει βαθιά μέσα τους πληγές, που σταδιακά γίνονται βιώματα και που θα τα κουβαλούν για την υπόλοιπη ζωή τους.
Εμείς, που ως Έλληνες γνωρίζουμε τι θα πει ξενιτιά και ως Συριανοί διδαχτήκαμε τι θα πει προσφυγιά.
Κι αν δεν είναι της παρούσης να αναλύσουμε στο κείμενο – άλλωστε δεν θα ήμουν ικανή να το πράξω – όλους τους λόγους που οδηγούν στη μετανάστευση και πιθανούς τρόπους που θα μπορούσε αυτό το ζήτημα να αντιμετωπισθεί, ωστόσο είμαστε υποχρεωμένοι – εκ φύσεως τουλάχιστον – να συνυπάρξουμε και να συμπορευθούμε. Άλλωστε εσύ, αύριο θα είσαι εγώ. Κι εγώ, μπορεί να είμαι εσύ. Και τους ανθρώπους, δηλαδή εμάς, πρέπει να τους υπερασπιζόμαστε αφού ένα είναι σίγουρο και ας μου επιτραπεί η κατά το δοκούν χρήση της φράσης του Δάντη που αναφέρει ότι, “Οι πιο καυτές θέσεις στην κόλαση είναι κρατημένες γι’ αυτούς που, σε καιρούς μεγάλης ηθικής κρίσης, διατηρούν ουδέτερη στάση”.
Και όχι μόνο ηθικής, αλλά οικονομικής και κοινωνικής. Ας στηλιτεύσουμε έστω, όσα υπονομεύουν τον Άνθρωπο.