Αρχικά υπέθεσα ότι το στομάχι μου ζητούσε να το τροφοδοτήσω. Δεν του χάλασα χατίρι. Υπάκουσα στην επιθυμία του και το βοήθησα να “οργιάσει”, έχοντας σε αναμονή το τηλέφωνο του ΕΚΑΒ. Το κενό όμως που ήδη ένιωθα μέσα μου εξακολουθούσε να μεγαλώνει και να κάνει ακόμα πιο αισθητή την παρουσία του. Κάτι μου έλειπε, αλλά δεν μπορούσα να το προσδιορίσω. Βλέπεις, το εσωτερικό σύστημα δεν είναι σαν το καθιστικό. Να του προσθέσεις ένα μπαουλοντίβανο, να γεμίσει ο χώρος.
Προφανώς απαιτούνταν πιο δραστικές λύσεις, γιατί δεν ήταν ένα τυχαίο κενό, λόγου χάριν, μεταξύ συρμού και αποβάθρας. Επρόκειτο για ένα μοχθηρό και ύπουλο συναίσθημα το οποίο σε άφηνε επίτηδες να βγεις, να πεις το καλαμπούρι σου και να διασκεδάσεις για να σε αιφνιδιάσει ξαφνικά σε ανύποπτο χρόνο και να σε στείλει στα τάρταρα. Μήπως με ψυχοπλάκωνε το σπίτι μου; Μήπως ήμουν κουρασμένος; Μήπως χρειαζόμουν διακοπές; Μήπως ο Ερμής μου ήταν ανάδρομος;
“Μήπως δεν τρως καλά”; θα ρωτούσε από μια μεριά η μητέρα μου, που αρέσκεται να δίνει αυτή την εξήγηση, ακόμα και για το σπυρί που θα βγάλω στον δεξιό γλουτό μου.
Αδυνατώντας να ξετρυπώσω τη ρίζα του κακού, αποφάσισα να αφήσω τις σκέψεις μου στην άκρη και να φωνάξω δυνατά “η ζωή είναι ωραία”, χωρίς καν να 'χω πάρει Όσκαρ. Το “κουβάρι του μυστηρίου” άρχισε να ξετυλίγεται όταν βρέθηκα στην “Ανοιξιάτικη Γιορτή” του Νηπιαγωγείου του Φοίνικα. Ξετρελάθηκα. Χάζευα τα πιτσιρίκια να παίζουν στο ινδιάνικο χωριό που είχε στηθεί στην αυλή του σχολείου και δε σταματούσα να χαμογελώ. Η φωτογραφική μηχανή είχε πάρει κυριολεκτικά φωτιά και δεν άφηνα να πέσει τίποτα κάτω. Αν δεν ήμουν εκεί για δουλειά, υπήρχε το ενδεχόμενο οι γονείς να με είχαν πετάξει έξω. Λίγο πριν ζητήσω να ζωγραφίσουν και το δικό μου πρόσωπο με ινδιάνικα σχέδια, η φίλη μου με συγκράτησε.
“Θα ηρεμήσεις επιτέλους”; ρώτησε επικριτικά. “Κάνεις σαν την Ποκαχόντας”.
Την ίδια στιγμή, ήχησε στα αυτιά μου ένας συναγερμός. Κοίταξα γύρω μου να δω τι συμβαίνει, αλλά δεν υπήρχε καμία κινητικότητα, καμία αντίδραση, καμία απειλή. Και από πού ερχόταν αυτή η ηχορύπανση; Όταν ένιωσα το πρώτο φτερούγισμα στην καρδιά, άρχισα να υποψιάζομαι. Τότε, το κενό μέσα μου άρχισε να ανεβοκατεβαίνει σαν κύμα και τα μάτια μου να έχουν τάσεις εκτόξευσης προς την παιδική χαρά απέναντι. Τα πράγματα ήταν πλέον ξεκάθαρα.
“Θέλω παιδί” ξεστόμισα χωρίς φόβο και πάθος.
“Περίμενε τις εκπτώσεις” απάντησε η φίλη μου με τον κυνισμό που την χαρακτηρίζει.
“Χτύπησε το βιολογικό μου ρολόι”, επέμεινα εγώ.
“Βάλε του τραυμοπλάστ”, συνέχισε και εκείνη, χωρίς να έχει συγκινηθεί καθόλου.
Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν με παίρνει κανείς στα σοβαρά, όταν προβαίνω σε τέτοιες εξομολογήσεις. Δεν είπα ότι θέλω να αγοράσω μία τσάντα κροκό, αλλά να αποκτήσω μωρό. Ένα μωρό με τη δική μου υπογραφή, όχι του Αρμάνι. Δηλαδή, τι φταίω εγώ που ξύπνησε το πατρικό μου φίλτρο; Βέβαια, δεν με πήραν και τα χρόνια, αλλά είμαι σε μια ηλικία που θα μπορούσα να κάνω όνειρα για οικογένεια.
“Και όνειρα να κάνεις, πάλι στην τσάντα θα καταλήξεις” τόνισε η φίλη μου, προσπαθώντας να με προσγειώσει στην πραγματικότητα.
Το να δημιουργήσεις μια όμορφη και αγαπημένη οικογένεια που να παίρνει το πρωινό της κάθε πρωί -όπως στις διαφημίσεις- συζητώντας για τα καθημερινά θέματα που την απασχολούν, είναι το ιδανικότερο σενάριο για έναν άνθρωπο που δε θέλει να περάσει μία μοναχική ζωή. Ωστόσο, για να πετύχεις το στόχο σου, χρειάζεσαι σίγουρα ένα τραπέζι και ένα σπίτι για να το βάλεις μέσα. Γιατί το να μοιράζεσαι ένα μπαγιάτικο κουλούρι με τη γυναίκα και τα δυο παιδιά σου, στο παγκάκι που μένετε τον τελευταίο καιρό μετά την έξωση, δεν είναι κάτι που θα ήθελε ένα βούτυρο για την καμπάνια του.
Αν δεν έχεις ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι σου, σταθερή εργασία για τα προς το ζην και κυρίως, ένα μέλλον με προοπτική, πώς θα ξεκινήσεις εν θερμώ να φτιάξεις την οικογένεια φον Τραπ; Εκτός κι αν είσαι σίγουρος ότι μπορείς να τους στριμώξεις όλους στο παιδικό σου δωμάτιο, δίπλα από την κρεβατοκάμαρα των γονιών σου. Τα όνειρα είναι τσάμπα, αλλά κάποιες φορές, η εκπλήρωσή τους σου επιβάλλει να χώσεις το χέρι σου βαθιά στην τσέπη. Μέχρι που η άδεια φόδρα σου θυμίζει το γνωμικό, “με το νου πλουταίνει η κόρη, με τον ύπνο η ακαμάτα”.
“Δε γίνεται όμως η κρίση να χαλιναγωγεί κάθε μας επιθυμία. Δεν τη θέλω τέτοια ζωή”! είπα με παράπονο.
“Δε σε ρώτησαν όμως οι γονείς σου, για να σε φέρουν στον κόσμο. Θέλεις η ιστορία αυτή να επαναληφθεί”; με ρώτησε η φίλη μου, κοιτάζοντάς με στα μάτια.
“Θέλω λίγη από αυτή τη χαρά που βλέπω μπροστά μου” απάντησα με το βλέμμα καρφωμένο στους μικρούς “ινδιάνους”. “Ωριμάσαμε απότομα. Μας αξίζει λίγη χαλάρωση. Τι λες;” τη ρώτησα με νόημα και χωρίς να το πολυσκεφτούμε, βάψαμε τα πρόσωπά μας και ψαρέψαμε παρέα στις πιρόγες.