“Φεύγω” είπε και είχε ήδη εμφανίσει τις βαλίτσες του. “Το θέμα είναι ποια βιβλία να πάρω αρχικά. Τα υπόλοιπα θα τα φέρει η Μαρία σε δύο μήνες που θα έρθει να με βρει”.
Πάγωσα εγώ και τον κοίταζα μουδιασμένη. “Που θα πας;” τον ρώτησα. “Καλά που ζεις; Σουηδία βέβαια. Τόσες φορές σας το έχω αναφέρει” ανταπάντησε με εκνευρισμό, προκαλώντας μεγαλύτερη έκπληξη σε εμένα. “Δηλαδή το αποφάσισες;” επέμεινα να ρωτώ και με ύφος γεμάτο αυστηρότητα μου λέει, “Είναι τετελεσμένη απόφαση. Πες πως είμαι ήδη εκεί. Πρέπει να πάρω την ειδικότητά μου άμεσα. Δε θα περιμένω δέκα χρόνια και δε θα περιπλανιέμαι από την ανεργία στα γραφεία των Νοσοκομείων από μήνα σε μήνα για να βρω με ολιγόμηνη σύμβαση μία δουλειά”.
Τον αποχαιρέτησα για να επιστρέψω στη δική μου εργασία και κατά τη διάρκεια της οδήγησης σκεφτόμουν ότι είναι ακόμη ένας άνθρωπος που φεύγει από τη χώρα και φυσικά από το νησί στην προσπάθειά του να προχωρήσει στην επίτευξη των στόχων του.
“Μας διώχνουν σου λέω. Τουλάχιστον προσαρμόζομαι στα μέτρα τους. Θα καμαρώνω σε αρκετά χρόνια από σήμερα, όταν θα επιστρέψω και εύχομαι τότε με προφορά να λέτε στα παιδιά σας: “Θα ρθει ο θείος απ το Σουηντία”. Αυτά έλεγε συνεχώς αστειευόμενος – νόμιζα εγώ - σε συζητήσεις της παρέας, αλλά κανένας από εμάς δεν τον αντιμετώπιζε με τη δέουσα προσοχή.
“Αύριο το μεσημέρι είστε καλεσμένοι στο σπίτι μου στην Ποσειδωνία για να κάνουμε το αποχαιρετηστήριο πάρτυ”. Αυτό ήταν το τελευταίο μήνυμά του στο κινητό τηλέφωνο όλων και την επόμενη ημέρα συγκεντρωθήκαμε από νωρίς για να προετοιμάσουμε ένα greek party με ψάρια για τους εκλεκτούς και κοψίδια για τους Ελληνάρες.
Πάντοτε στα συμπόσια της παρέας γίνονται σοβαρές συζητήσεις. Σοβαρότατες θα έλεγα! Μα αυτή τη φορά η κουβέντα απέκτησε άλλο νόημα. “Λοιπόν... ήρθε η ώρα. Αφού μας διώχνουν, φεύγω” επανέλαβε, για να εισπράξει την αντίδρασή μας σε εκείνο το τραπέζι. “Εντάξει βρε Γιώργο δε μας διώχνουν κιόλας. Έτσι είναι η κατάσταση και πρέπει όλοι να μείνουμε και να προσπαθήσουμε”, είπα αφελώς εγώ. “Να ξεκαθαρίσουμε πρώτα ποιος την έκανε έτσι την κατάσταση” τόνισε, ρωτώντας με, “Εγώ επέλεξα να υποβαθμίσω τα Νοσοκομεία; Ήταν δική μου η απόφαση να μην έχουν ούτε γάζα; Εγώ πρότεινα – στο πλαίσιο του νέου Οργανισμού λειτουργίας - να μειωθούν οι θέσεις; Εγώ έφτιαξα ουρές γιατρών που βρίσκονται σε... αναμονή; Ο-ΧΙ” συλλάβισε μπροστά σε όλους και συνέχισε να υποστηρίζει: “Μας διώχνουν και για την ακρίβεια διώχνουν τη νέα γενιά. Την πιο παραγωγική. Δε θα μείνω λοιπόν στην ουρά να περιμένω καρτερικά πότε θα αδειάσει θέση για να πάρω την ειδικότητά μου. Σε πέντε ημέρες πετάω.”.
Ακούγοντάς τον, μείναμε άφωνοι όλοι. Όχι τόσο από τις σκέψεις του που τις βροντοφώναζε και υπεραμυνόταν αυτών, αλλά από τη θέλησή του να μη χάσει ούτε λεπτό και να προχωρήσει κανονικά τη σταδιοδρομία του σε μία χώρα που σίγουρα δε θα του βάζει τόσα εμπόδια, όσα η Ελλάδα. “Θα δεις που δε θα αργήσει να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο η αφεντιά σου” μου τόνισε και αρνήθηκα αμέσως κατηγορηματικά: “Δεν πρόκειται να φύγω εκτός Ελλάδας”. “Και τι θα κάνεις; Θα μείνεις να φυλάς τα σύνορα από τον εχθρό;” με ρώτησε και το γέλιο του χτυπούσε το μυαλό μου. “Τι εννοείς;” αποκρίθηκα εγώ. “Παιδί μου μας διώχνουν το καταλαβαίνεις;”
“Από τα νησιά όμως... είδες κανέναν να μας διώχνει;” του επέστρεψα την απάντηση θέλοντας να του υπενθυμίσω ότι σίγουρα στην περιφέρεια είναι καλύτερες οι συνθήκες.
“Και μας διώχνουν όχι μόνο από την πρωτεύουσα που ζουν όλοι σαν τα μυρμήγκια αλλά ακόμη και από τα νησιά” συνέχισε, λες και δεν είχε ακούσει την – ευστοχότατη - αντίρρησή μου.
“Από τα νησιά κι αν μας διώχνουν!! Δε μου λες; Εγώ που θα δουλέψω; Σε Κέντρα Υγείας που σε έναν χρόνο από τώρα δεν γνωρίζουμε αν θα υπάρχουν; Ή σε κάποιο Νοσοκομείο της κακιάς ώρας; Αν μείνεις εσύ και λίγοι άνθρωποι ακόμη, θα μείνετε σαν τους Ακρίτες για να φυλάτε τα σύνορα.”.
“Άντε στην υγειά μας. Καλό ταξίδι και καλή αρχή” ευχήθηκε η Αγνή προσπαθώντας να αλλάξει το περιεχόμενο της κουβέντας που ήμουν βέβαιη πως την ενοχλούσε. “Και αν όλα πάνε καλά, που ξέρεις; Ίσως σύντομα σε επισκεφθούμε!” του είπε, αφήνοντας τελικά εμένα εκτεθειμένη στην εμμονή της παραμονής μου στην Ελλάδα.
“Νέο κύμα μετανάστευσης. Αποχαιρετά την Ελλάδα η νέα γενιά. Ελάχιστοι θα παραμείνουν στα νησιά αν δεν υπάρξει άμεσα αντίδραση. Σύμφωνα με επίσημα στατιστικά στοιχεία ο πληθυσμός των Κυκλάδων έχει μειωθεί κατά πολύ τα τελευταία δύο έτη. Βάζουν λουκέτο οι Κυκλάδες. Τα σχολεία, τα νοσοκομεία και γενικώς τα νησιά”.
“Ααααα σταμάτα!” φώναξα. “Τι παραληρηματικός λόγος είναι αυτός; Τζετ λαγκ έπαθες ακόμη δεν μπήκες στο αεροπλάνο;” τον ρώτησα. “Είναι τίτλοι για τα μελλοντικά άρθρα σου. Α! Μου ήρθε ένας ακόμη” φώναξε και έκλεισα αμέσως τα αυτιά μου ενοχλημένη!
“Ακρίτες... Με ακούς; Ακρίτες και αν...”.