“Θα φύγω”, δήλωσε αποφασισμένη η φίλη μου, τη στιγμή που αποχαιρετούσα προσωρινά το πουρί της τουαλέτας.
“Θα πάρεις τα σκουπίδια, βγαίνοντας”; φώναξα απ' το πηγάδι.
“Δεν κατάλαβες. Θα φύγω απ' το νησί” διευκρίνισε.
“Και; Ο κάδος είναι έξω απ' την πόρτα”, απάντησα ορεξάτος.
Η αινιγματική σιωπή της με έβαλε σε σκέψεις. Σε δευτερόλεπτα, εμφανίστηκα στο δωμάτιο με το τουμποφλό και το βουρτσάκι στα χέρια. Το ύφος της ήταν σοβαρό και το βλέμμα της χαμένο στο κενό. Την πλησίασα, αλλά καμία σημασία. Ούτε το “eau de τουαλέτ” μου δεν κατάφερε να τη βγάλει από τις σκέψεις της.
“Τι έπαθες”; τη ρώτησα ανήσυχος.
Τότε, ανέφερε ένα απόφθεγμα του Ευριπίδη. “Δεν υπάρχει τίποτα βέβαιο στην ανθρώπινη ζωή, γιατί κανένας δεν ζει όπως αυτός θα ήθελε”.
Δε μου φάνηκε καθόλου παράξενο που αυτές οι ανησυχίες τής κορυφώθηκαν στο σπίτι μου. Πού να 'χε δει και τη στοίβα με τα πιάτα που έπλυνα πριν έρθει.
“Όλοι φεύγουν”, είπε μελαγχολικά. “Χάνουν τις ελπίδες τους και τις αναζητούν σε νέα λιμάνια”.
Δεν διαφώνησα, διότι πρόκειται για ένα κοινωνικό φαινόμενο που το συναντάμε συχνά δίπλα μας. Ωστόσο, πολλοί κάνουν λόγο για μία μόδα της εποχής, η οποία θα παρέλθει μόλις δούμε το πρώτο φως να περνάει απ' τις γρίλιες της χώρας μας. Άλλοι πάλι, ισχυρίζονται ότι το να πάρεις τα μπαγκάζια σου και να “δραπετεύσεις”, κυνηγώντας το άγνωστο “με βάρκα την ελπίδα” είναι μία πρόχειρη λύση που πιθανόν να σου στοιχίσει λίγο παραπάνω, μόλις αναγκαστείς να βγάλεις και τα εισιτήρια της επιστροφής. Η φυγή είναι πράγματι δελεαστική και σου ανοίγει νέους δρόμους. Τώρα, αν κάποιοι μπέρδεψαν την παραγγελία σου και αντί για ροδοπέταλα τους έστρωσαν με αγκάθια, αυτό είναι ένα ρίσκο που το παίρνεις συνειδητά.
Βέβαια, γίνονται και λάθη. Ακούς για θέσεις εργασίες στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα με μεγάλες απολαβές και παρασύρεσαι, νομίζοντας ότι θα πας στο Αμπού Ντάμπι να αναπαραστήσεις το “Sex and the city 2”.
“Μίλα για τον εαυτό σου” με “κάρφωσε” η φίλη μου, επαναφέροντας στην επιφάνεια ιδέες που είχαν περάσει πρόσφατα και από το δικό μου μυαλό.
“Τεχνίτες ψάχνουν, που ζουν για έξι μήνες σε ειδικές εγκαταστάσεις, δίπλα στο χώρο εργασίας τους και κοιμούνται δέκα-δέκα σε κάθε θάλαμο”, πρόσθεσε με έντονο επικριτικό ύφος.
“Αν κάνουν και βραδινό περίπολο, γιατί όχι; Εγώ είχα περάσει καλά στο στρατό”, απάντησα με πάσα ειλικρίνεια.
“Εκεί ήσουν και γραφέας. Στην έρημο τι θα έκανες; Θα ταξινομούσες τις καμήλες;”
“Καλά δεν ήσουν σαν την “κυρία από τη θάλασσα” τόση ώρα; Ησυχία είχαμε” την επέπληξα, γιατί ο σαρκασμός της είχε αρχίσει να με ισοπεδώνει.
Αναμφισβήτητα, η λαχτάρα για έξοδο από τη συμβατικότητα και τα καθημερινά σκαμπανεβάσματα είναι πραγματικά μυστήριο συναίσθημα. Σε παρακινεί να “κουνήσεις μαντήλι” και να το σκάσεις, χωρίς να σε νοιάζει αν θα πάρεις τα βουνά, αν θα γίνεις ασκητής στην έρημο σαν τον Άγιο Αντώνιο, ή αν θα βρεθείς στην Αφρική με τους “Μασάι” της Κοκκίνου. Δεν έχει σημασία ο τόπος. Το μόνο που σε ενδιαφέρει είναι να φύγεις, αποσκοπώντας στην ψυχική ισορροπία σου.
“Πες το ψέματα” αναφώνησε η φίλη μου. “Κάποιοι γνωστοί της μαμάς μου θα φύγουν οικογενειακώς στη Νάξο”.
“Μη χειρότερα! Πιο κοντά δεν έχουν να πάνε”; σχολίασα εγώ, υποθέτοντας ότι ο λόγος της μετακίνησης θα ήταν ή η εύρεση κάποιας εργασίας, ή μια ανεκμετάλλευτη -μέχρι σήμερα- οικεία της οικογένειας.
“Εκεί μεταφέρουν την ψυχίατρο του νοσοκομείου” τόνισε, πετυχαίνοντας να με αποστομώσει.
“Και γιατί την παίρνουν στο κατόπι”; απόρησα εγώ.
“Γιατί είναι η γιατρός τους”.
Ως τώρα, είχα ακούσει για πολλές συνήθειες μίας οικογένειας, όπως το ψάρεμα, το κυριακάτικο τραπέζι στο σπίτι της γιαγιάς, ή ο εκκλησιασμός τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και τις ημέρες των ονομαστικών εορτών. Την οικογενειακή ψυχοθεραπεία πρώτη φορά την άκουσα.
“Γιατί δεν βλέπουν λίγο περισσότερο τηλεόραση”; πρότεινα, χωρίς να ξέρω.
“Γιατί δεν έχουν ρεύμα”, με πληροφόρησε εκείνη. “Στον πατέρα οφείλουν μισθούς από τον περασμένο Οκτώβριο και φοβάται να τους διεκδικήσει, γιατί τον απειλούν δικαστικώς. Η μητέρα δεν μπορεί να βρει εργασία ούτε ως καθαρίστρια, γιατί προτιμούν τις αλλοδαπές προκειμένου να τις πληρώνουν λιγότερο. Και το κοριτσάκι, που πηγαίνει στην τρίτη δημοτικού και είναι δυσλεκτικό αγωνιά, μήπως τη νέα χρονιά βρεθεί σε τμήμα με σαράντα μαθητές και ο δάσκαλος δεν μπορεί να της δώσει πια σημασία. Το αποτέλεσμα θα είναι να αναγκαστούν οι γονείς να το γράψουν στο ειδικό σχολείο και αυτό να πρέπει να προσαρμοστεί σε ένα καινούριο περιβάλλον. Πώς θα τα βγάλουν πέρα, χωρίς θεραπεία;” κατέληξε, κοιτάζοντάς με βαθιά μέσα στα μάτια.
Ξαφνικά, το βλέμμα μου ζήλεψε το δικό της και άρχιζε να κοιτάζει στο κενό, εκεί που το είχα βρει προηγουμένως. Άφησα κάτω τα σύνεργα της τουαλέτας και έπιασα το τηλέφωνο. Πληκτρολόγησα τον αριθμό και περίμενα.
“Καλησπέρα. Θα ήθελα ένα εισιτήριο για Νάξο”.
“Κάνε τα δύο” είπε η φίλη μου και μου έσφιξε στοργικά το χέρι.