Με το που άνοιξε ο καιρός και άρχισε να ζεσταίνει, που να κρατηθείς μέσα στο σπίτι. Όλο και μια δικαιολογία θα βρίσκεται για τη χαρά της λιακάδας και του καλού καιρού. Τόση μούχλα που φάγαμε όλο το χειμώνα με τις βροχές, άντε τώρα να κρατηθείς μέσα.
Επάνω σε αυτό πάτησα κι εγώ και άρχισα τα τηλεφωνήματα σε γνωστούς και φίλους, σε κοντινά νησιά, προσκαλώντας τους για μία βόλτα μέχρι τη Σύρο.
Το πόσο ηλίθια θα ήταν η ιδέα μου δεν μπορούσα να το φανταστώ.
Ξεκινάω το πρώτο τηλεφώνημα στην Μαριγούλα στη Μύκονο. «Γεια σου φιλενάδα»….. και όλα τα γνωστές αηδίες που λέμε σε αυτές τις περιπτώσεις, έως της στιγμή που ρίχνω την πρόταση «Τι λες, έρχεσαι μέχρι τη Σύρο, έτσι για ένα διήμερο να τα πούμε από κοντά;».
«Καλά θες και τα λες;» μου απάντησε και μου έκοψε τη χαρά. «Άντε και ήρθα, την επόμενη μέρα πως θα γυρίσω;» με ρώτησε. «Που ζεις; Θα τραβάω κουπί στη βάρκα;». Είπαμε μερικές κάποιες σαχλαμάρες ακόμα και κάπως έτσι άδοξα έληξε η πρώτη μου προσπάθεια.
Δεν πτοήθηκα όμως, σειρά πήρε ο Νικολάκης από τη Νάξο. «Που είσαι βρε ψυχή; Καλοκαίριασε και βγήκες από το καβούκι σου;», ήταν η χαρούμενη αντίδραση του μόλις με άκουσε.
Βρήκα ευκαιρία κι εγώ και του δίνω το «προσκλητήριο». «Τι λες, έρχεσαι μία βόλτα από βδομάδα, τώρα που έφτιαξε κι ο καιρός, να το ευχαριστηθούμε; ».
«Μάλλον με κοροϊδεύεις» μου απάντησε, «Εγώ να έρθω, όμως θα πρέπει να μείνω τουλάχιστον μία εβδομάδα και λίγο λέω γιατί είναι και η απεργία στη μέση και άντε μετά να βρεις καράβι να γυρίσεις. Άσε ρε φιλενάδα κι έχω και το μαγαζί πίσω».
Αυτή ήταν η δεύτερη ψυχρολουσία. Παρ’ όλα αυτά εγώ εκεί στην επιμονή μου.
Αυτή τη φορά είπα να το πάω λίγο μακρύτερα χρονικά. Επόμενος στόχος μου ο Δημήτρης στην Πάρο. Χτύπημα τηλεφώνου, οι ίδιες βλακείες στον πρόλογο, έως τη στιγμή που του πετάω το καλό «Τρελή καλοκαιρία θα μας κάνει το Πάσχα. Τι λες δεν έρχεσαι Σύρο;». Τι το ήθελα. Μέσα σε όλα είχα ξεχάσει και την πολυλογία και το άγχος του. «Να έρθω; Που να έρθω; Με τι να έρθω; Κι εδώ τι θα γίνει; Πως θα λειτουργήσουν όλα; Δεν μπορώ να μείνω πολύ. Για πόσες μέρες; Και αν έρθω μόνο για το Πασχαλινό τριήμερο μετά πως θα γυρίσω; Κι έχει πλοίο; Αφού δεν έχει. Τι θα κάνω; Πως θα τα κανονίσω; Δεν έχω και σκάφος! Τι λέω ούτε σκάφη δεν έχω. Όμως με αυτά τα χάλια άντε να επικοινωνήσουμε. Θέλω πολύ να σε δω αλλά καταλαβαίνεις. Τελικά θα μου πεις τι να κάνω;».
Δεν πρόλαβε να τελειώσει την ερώτηση και πριν πάρει ανάσα από το κατεβατό των ερωτήσεων του είχα ήδη κλείσει το τηλέφωνο. Με άγχωσε. Όλοι με άγχωσαν.
Τι να σας πω. Και σε σένα Μαριγούλα και σε σένα Νικολάκη και σένα Δημήτρη.
Έτσι που τα καταφέραμε ας τα λουστούμε. Ναι εμείς τα καταφέραμε. Εμείς δώσαμε το δικαίωμα να μας φέρουν ως εδώ.
Ευτυχώς που άνοιξε ο καιρός! Τώρα όλοι τα βατραχοπέδιλα, τα μπρατσάκια και άκου κι εσύ κάθε Μαριγούλα, Νικολάκη και Δημήτρη, μη διαμαρτύρεσαι. Εκεί που σε φτάσανε «Σκάσε και κολύμπα».